Με νωπή ακόμα τη συγκίνηση από την ανάγνωση του Οβολού του ‘Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου, σκέφτομαι πώς γίνεται, λίγα μόνον πρόσωπα του οικογενειακού περιβάλλοντος, όπως ο πατέρας, η μητέρα, ο θείος Γιώργης, ο θείος Νώντας, η γιαγιά, αλλά και το σκυλί, ή η μανταρινιά της αυλής, να είναι ο κόσμος όλος;

Πρωτοδιάβασα την Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη το 1973 και αργότερα τα Θερμά θαλάσσια λουτρά.  Με το Γενικό Αρχειοθέτη και τη Ροζαμούνδη ένιωσα, πως ένας δάσκαλος του διηγήματος συνεχίζει τη βαριά παράδοση.

Θα μπορούσε να γράψει κανείς για τη γλώσσα των διηγημάτων του ‘Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου, για τη συνειρμική αφήγηση των γεγονότων, για την αισθητική και συναισθηματική τους ενότητα, για τους τίτλους, για την «επιστροφή» στη γενέθλια πόλη και την παιδική ηλικία, για το ευσύνοπτο και ευμνημόνευτο των ιστοριών του, για την πυκνότητα τους, αλλά και για την τάση τους να θέλουν να μοιάσουν προς την ποίηση. Εγώ όμως θέλω να σταθώ μόνο στο κλείσιμο, στο φινάλε κάθε αφηγήματός του.

Από τις 10 και 17 Απριλίου του 1883 που δημοσιεύτηκε στην ΕΣΤΙΑ το Αμάρτημα της μητρός μου του Γεωργίου Βιζυηνού, η εκκωφαντική σιωπή του φινάλε του διηγήματος με το περίφημο «… και εγώ εσιώπησα», εκτινάχτηκε στο μέλλον, στις μέρες μας, έδωσε τον τόνο στη σύγχρονη αφήγηση. Το τέλος δεν είναι πια βαγκνερική φανφάρα, γκραν φινάλε επιθεωρήσεως, ανακεφαλαίωση των όσων προηγήθησαν, ούτε αντίθεση ή θριαμβευτική δοξολογία. Κυρίως δεν είναι κλείσιμο της αφήγησης, αλλά άνοιγμα σε κάτι άλλο που το παίρνεις μαζί σου όταν κλείσεις το βιβλίο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τις λέξεις και τις φράσεις της ποίησης.

Το ίδιο μπορεί να δει κανείς και στο σύγχρονο σινεμά. Ακόμη και το αριστουργηματικό γκραν φινάλε του Οχτώμιση του Φελίνι, φαντάζει ίσως κάπως παλιομοδίτικο.

Στα μικρά αριστουργήματα του Οβολού, ο ‘Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος εκτινάσσει στο σύμπαν το πνεύμα μας και τη συγκίνησή μας με τη φωτοβολίδα της τελευταίας φράσης, μιας φράσης καθημερινής, σχεδόν υπηρεσιακής.

– Μάνα, η μανταρινιά μας ζει!
– Κάθε άλλο παρά περί αυτών επρόκειτο.
– Στο απλανές του βλέμμα διέκρινα μιαν έκδηλη περιφρόνηση.
– Δεν βρέθηκαν οι χαρακτηριστικές αλλοιώσεις που απαντώνται επί λύσσας.

Ποιος ξέρει με τι πνευματική χημεία, μια μόνο φράση, τρυπάει ήσυχα και απρόβλεπτα το υπέδαφος του διηγήματος, για να αναβλύσει ο χρυσός πίδακας της ζωής.