ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΛΑΚΗ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ

Απόπλους

Ο Λάκης Παπαστάθης δεν είναι μόνο γνωστός από το Παρασκήνιο και τις βραβευμένες ταινίες του. Είναι ο εμπνευστής και η ψυχή του φεστιβάλ μεσογειακού ντοκιμαντέρ που διοργανώνεται κάθε χρόνο στη Σάμο σε συνεργασία με το Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου Ν. Δημητρίου. Πρόσφατα αποκαλύφθηκε και μια άλλη ιδιότητα του, η λογοτεχνική, στο χώρο της πεζογραφίας. Πάνω απ’ όλα όμως είναι ένας πολύ καλός φίλος, δικός μας και της Σάμου. Αγαπά το νησί μας, αγαπά τους ανθρώπους του και το δείχνει με κάθε ευκαιρία. Τον περασμένο Γενάρη, τις μέρες που η Κινηματογραφική Λέσχη είχε προγραμματίσει την προβολή της βραβευμένης ταινίας του Το μόνον της ζωής του ταξείδιον, μια ιδιοφυή μεταφορά στην οθόνη του ομώνυμου διηγήματος του Γ. Βιζυηνού, ο Λάκης Παπαστάθης, προσκεκλημένος από τον Απόπλου και την Κινηματογραφική Λέσχη Σάμου, με μεγάλη χαρά ταξίδεψε από την Αθήνα στο νησί μας για να παρευρεθεί στην προβολή της ταινίας τον. Η προβολή ήταν προγραμματισμένη για τις 24 και 25 Ιανουαρίου 2003. Το βράδυ της 23ης Ιανουαρίου, η βραδιά ήταν αφιερωμένη στο Βιζυηνό και στην ταινία που επρόκειτο να προβληθεί. Για το Βιζυηνό και το έργο του μίλησε ο Δ. Θρασυβούλου, ενώ για τον Παπαστάθη ως διηγηματογράφο και ως σκηνοθέτη οι Χ. Λάνδρος και Α. Βογιατζής αντίστοιχα. Ακολούθησε η προβολή του ντοκιμαντέρ για τα γυρίσματα της ταινίας, και η βραδιά έκλεισε με μια πολύ ζεστή και κατατοπιστική αντιφώνηση του Λάκη Παπαστάθη, γεγονός που ενίσχυσε τους δεσμούς φιλίας με τη Σάμο. Ο Παπαστάθης έμεινε και τις δυο επόμενες μέρες στο νησί μας για την προβολή της ταινίας του, και για να συζητήσει με τους φίλους και τα μέλη της Κινηματογραφικής Λέσχης Σάμου. Ο Απόπλους “εκμεταλλεύτηκε” την ευκαιρία για μια συζήτηση μαζί του η οποία πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 25 Ιανουαρίου στο ξενοδοχείο Σάμος. Από τη μεριά του Απόπλου ήταν παρόντες οι Α. Βογιατζής, Μ. Δραπανιώτης, Δ. Θρασυβούλου, Χ. Λάνδρος και Α. Χατζημιχάλη. Μέρος αυτής της συνέντευξης δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος. Περιλαμβάνει το προσωπικό και καλλιτεχνικό ταξίδι του Λάκη Παπαστάθη. Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί μια κατάθεση ψυχής για το μεγάλο θέμα “κινηματογράφος και λογοτεχνία”.

Απόπλους: Να ξεκινήσουμε απ’ το Μόνον της ζωής τον ταξείδιον… Γιατί Βιζυηνός και γιατί Το μόνον της ζωής του ταξείδιον;

Παπαστάθης: Θέλω να σας πω την περιπέτεια μου με το κείμενο και με την ιστορία του Βιζυηνού. Όπως ξέρετε είμαι φανατικός συλλέκτης φιλολογικών περιοδικών. Από τότε που ήρθα στην Αθήνα από την Μυτιλήνη μάζευα περιοδικά, όσο επέτρεπε το χαρτζιλίκι του πατέρα μου και τα λίγα χρήματα που έβγαζα από τις πρώτες δουλειές που έκανα στην Αθήνα. Ένα από τα σπουδαία ελληνικά περιοδικά είναι το περιοδικό Εστία, που έβγαινε για είκοσι χρόνια, στα τέλη του περασμένου, του 19ου παρακαλώ όχι του 20ού αιώνα. Αυτό το περιοδικό το μάζευες τόμο-τόμο, σχεδόν τεύχος-τεύχος. Κάποια στιγμή έπεσα στο τεύχος του καλοκαιριού του 1984 και διάβασα Το μόνον της ζωής τον ταξείδιον. Ήταν 1968, 1970 …πρέπει να ήμουν 25-27 χρονών.

Απόπλους: Πριν απ’ αυτή τη συνάντηση με την Εστία τι σήμαινε για σένα ο Βιζυηνός;

Παπαστάθης: Πιο πριν, ό,τι όλοι μας γνωρίζουμε. Ξέραμε τα ποιηματάκια του, αυτά που είχαμε δει και στο αναγνωστικό, αυτά που είχαν δημοσιευτεί σε λαϊκές εκδόσεις κτλ. Βέβαια είχα διαβάσει την κριτική του Παλαμά για τον Βιζυηνό. Κοιτάξτε τι πρωθύστερα έχουν συμβεί στη σχέση. Μετά την ανάγνωση αυτή, βρίσκω το Ημερολόγιο τον Σκόκον, όπου διαβάζω το περίφημο κείμενο του Νικολάου Βασιλειάδη, του γιατρού του και φίλου του. Μάλλον αυτός ήταν ο άνθρωπος που πλήρωνε το Δρομοκαΐτειο, γιατί τότε δεν ήταν δωρεάν. Τον επισκέπτεται στο ίδρυμα και του παίρνει μια, ας πούμε, συνέντευξη, την οποία δημοσιεύει με τον τίτλο “Ο ‘Έλλην Γκι ντε Μοπασάν στο Δρομοκαΐτειο”. Μετά βρίσκω την Ποικίλη Στοά τον Αρσένη, αυτό το τρομερό ετήσιο περιοδικό ημερολόγιο. Εκεί υπάρχει η περίφημη ιστορία του Βιζυηνού με την Μπετίνα Κοραβασίλη. Ξαναδημοσιεύεται όχι αυτούσιο, αλλά με κάποιες προσθαφαιρέσεις το κείμενο του Βασιλειάδη, που είχε δημοσιευτεί πριν. Καταλαβαίνετε το τρομερό δράμα της Μπετίνας Κοραβασίλη, του νεαρού κοριτσιού, που πεθαίνει 17 χρονών ενώ ο Βιζυηνός ήταν μέσα. Πιανίστρια και μαθήτρια του Βιζυηνού στο ωδείο του Νάζου. Αρχίζει να πηγαινοέρχεται ο χρόνος. Όταν εγώ τα διαβάζω αυτά το ’68 και το ’70, είναι σαν να συμβαίνουν την ίδια στιγμή στη συνείδηση μου, παρ’ όλο που τα χωρίζουν δεκαετίες. Μετά διαβάζω βέβαια, πάλι στην τρομερή Εστία, το “Μοσκώβ Σελίμ”, ξαναβρίσκω το “Αμάρτημα”, το “Ποίος ήταν ο φονεύς του αδελφού μου”. Στο περιοδικό Έβδομος του Δαμβέργη, διαβάζω τα περίφημα κείμενα του για τα αναστενάρια, τα λαογραφικά του. Αρχίζω δηλαδή να επικοινωνώ με το Βιζυηνό, όχι διαβάζοντας μια μελέτη, αλλά κάνοντας το παζλ μέσα μου από τις πρώτες πηγές. Λέω τι σπουδαίο πράγμα είναι ένα περιοδικό για την ιστορία της λογοτεχνίας! Εάν δεν υπήρχε η Εστία να στεγάσει αυτούς τους καινοτόμους της γενιάς του 1880, θα υπήρχαν; Πού θα βγαίναν; Πού θα δημοσίευαν τα κείμενα;

Ποιος θα τους παρότρυνε να δημοσιεύσουν τα κείμενα; Αυτό το περιοδικό στέγασε όλα τα μεγάλα ονόματα της εποχής, σήμερα μεγάλα ονόματα. Είτε είναι ο Παπαδιαμάντης, είτε είναι ο Βιζυηνός, είτε είναι ο Καρκαβίτσας, είτε ήταν ο Πολίτης, που έλεγε “τρέξτε, γράψτε τα ήθη και τα έθιμα”. Μέσα σ’ αυτήν την κατεύθυνση βγήκε και η μεγαλοφυία του Βιζυηνού. Εκεί μέσα είναι βέβαια και ο περίφημος Βικέλας, μην ξεχνάμε, μια ηγετική μορφή των ελληνικών γραμμάτων. Επειδή λοιπόν επικοινωνούσα συνέχεια με τα πρωτότυπα κείμενα, τις πρώτες δημοσιεύσεις, διάβαζα και τα κείμενα των άλλων, διάβαζα και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και την αξιολόγηση που έκανε ένα περιοδικό.

Απόπλους: Όλα αυτά το 1968;

Παπαστάθης: Ναι, αυτό είναι το ’68 με το 70. Λίγο μετά βγαίνει βέβαια το περίφημο βιβλίο του Μουλά, στις εκδόσεις Ερμής, που για μένα ήτανε καθοριστικής σημασίας για τη σχέση μου με τον Βιζυηνό. Είναι αλήθεια ότι σήμερα, τολμώ να έχω κάποιες διαφορετικές απόψεις, αλλά αυτό είναι φυσικό και νομίζω ότι μια τέτοια στάση πρέπει να κάνει περήφανο το δάσκαλο. Δεν το ξέρει ο Πάνος ο Μουλάς, παρόλο που γνωριζόμαστε, σχεδόν είμαστε φίλοι, δεν ξέρει τι του οφείλω για τη σχέση μου με τον Βιζυηνό. Όλα αυτά λοιπόν τα πρωθύστερα κείμενα και κυρίως εκείνο του Βασιλειάδη, που ανέφερε πως ο Βιζυηνός μέσα στο ψυχιατρείο υποτονθόρυζε απ’ έξω κείμενα και ποιήματα που είχε γράψει, όταν το μυαλό του ήταν καθαρό, μ’ έκαναν να σκεφτώ τη φόρμα αυτής της ταινίας, που εμπεριέχει το συγγραφέα στο διήγημα. Η ταινία στηρίζεται στο διήγημα, εμπεριέχει το γλωσσικό του ιδίωμα, το συγγραφέα σαν τρόπο αφήγησης, δηλαδή γλωσσικά, αφηγηματικά, τις αποσιωπήσεις, τα πρωθύστερα, αλλά εμπεριέχει και σωματικά το συγγραφέα, που επαναβιώνει ένα διήγημα σαν ένα ταξίδι στον κόσμο της λογοτεχνίας και των παιδικών χρόνων, μέσα από τη φυλακή, από ένα δωμάτιο στο Δρομοκαΐτειο. Σιγά-σιγά σκέφτηκα ότι θα το κάνω αυτό, παρ’ όλο που πολλοί φίλοι μου μού λένε ήταν μια άποψη που επικρατούσε στα χρόνια των σπουδών μας μην ασχολείστε με αριστουργήματα της λογοτεχνίας, θα σας εκδικηθούνε. Καλύτερα κάντε δεύτερης ποιότητας λογοτεχνία, κάντε παραλογοτεχνία, όπου υπάρχει πιο καθαρή αφήγηση, γιατί στη μεγάλη λογοτεχνία αυτό που είναι σπουδαίο δε φαίνεται στην αφήγηση, είναι πίσω. Ναι, σωστό είναι αυτό. Αλλά και το σινεμά παρά το ότι είναι μια τέχνη δέσμια του πραγματικού, εν ονόματι του πίσω γίνεται, εν ονόματι της ψυχής που υπάρχει πίσω απ’ αυτά που βλέπεις γίνεται. Η διαφορά της λογοτεχνίας με τον κινηματογράφο είναι πολύ απλή: Το σινεμά δεν έχει έννοιες. Στη λογοτεχνία μπορεί να πεις την έννοια “λευκό της”, στο σινεμά θα δείξεις την συγκεκριμένη λευκότητα. Δεν έχει τέτοιες αναγωγές, ωστόσο είναι τέχνη. Το σινεμά δεν είναι η δράση, δεν είναι τα πρόσωπα, δεν είναι το φως, είναι αυτό που υπάρχει πίσω από όλα αυτά.

Απόπλους: Τα πρώτα λοιπόν διαβάσματα για το Βιζυηνό δουλεύουν από τότε μέχρι σήμερα; Το ’68 όμως είναι μια συγκεκριμένη χρονιά μέσα στην χούντα. Ο Βιζυηνός απαντούσε τότε σε κάποια προβλήματα της εποχής;

Παπαστάθης: Ε, νομίζω ναι. Είχαμε την αίσθηση όλοι ότι έπρεπε να φυλάξουμε τα ιερά και τα όσια, έτσι δεν είναι; Και αυτοί που είχαν πάρει μέρος στην αντίσταση και αυτοί που ήταν ενάντια στη χούντα, πιστεύαμε ότι η καταφυγή στα μεγάλα πνευματικά μεγέθη ήταν η παρηγοριά μας. Μην ξεχνάς ότι ακόμα και στην κατοχή υπήρχε αυτή η επιστροφή, έτσι δεν είναι; Επιστροφή στο Ρήγα, στον Ανώνυμο τον Έλληνα, στον Κάλβο, το Μακρυγιάννη, σ’ όλα αυτά τα μεγέθη… Όταν ο λαός πληγώνεται, θέλει να βρει τη συνοχή του. Είχαμε την αίσθηση ότι κάτι κρατούσαμε ζωντανό για τα επόμενα χρόνια. Αλλά από την στιγμή του πρώτου ερεθισμού, μέχρι να τον επεξεργαστείς μέσα σου και να γίνει ταινία, μπορεί να χρειαστεί ελάχιστος χρόνος, ίσως όμως και δεκαετίες.

Απόπλους: Η συγκεκριμένη ταινία, μετά από τόσα χρόνια, σε πιο σύγχρονο ερώτημα απαντά;

Παπαστάθης: Στα ερωτήματα τα σχετικά με την ύπαρξη θα ‘λεγα, με τη δικαιωμένη ζωή, το θάνατο, τη σχέση με το παρελθόν, με τη μόνιμη καταφυγή μας στην πιο σταθερή πατρίδα όλων μας που είναι τα παιδικά μας χρόνια και ο γενέθλιος τόπος. Με τη σχέση της λογοτεχνίας και της ζωής. Με την αφήγηση και τη ζωή. Ένα έργο σαν to έργο του Βιζυηνού αντέχει στο χρόνο, επειδή συνεχώς δίνει ερεθισμούς και προκαλεί σκέψεις και αισθήσεις.

Απόπλους: Αυτό που είδαμε πολύ καθαρά όλοι στην ταινία σου, η έννοια της παιδικότητας, δεν είναι απλά ένα μοτίβο, αλλά, όπως λέμε, αρχετυπικό στοιχείο στη ζωή και στο έργο του Βιζυηνού.

Παπαστάθης: Είναι έτσι όπως το λες. Νιώθεις ότι είναι ο ίδιος ένα παιδί, ότι θέλει να συναναστρέφεται παιδιά, ερωτεύεται παιδιά και μπερδεύεται πάρα πολύ το φύλο, στην ιστορία του. Ξαναλέω πως η μεγάλη ενοχή του Βιζυηνού ήταν το φύλο του. Κάποια στιγμή μαθαίνει από τη μάνα του ότι ήταν ανεπιθύμητος απέναντι στον κόσμο. Η μάνα του περίμενε κορίτσι, γιατί είχε πλακώσει την Αννιώ. Κουρασμένη, καθώς κοιμότανε μαζί με το μικρό κορίτσι, δεν το κατάλαβε, άλλοι λένε ότι ήταν αναστενάρισσα κι ότι κουρασμένη μετά από τελετή αναστενάρικη… σβάκιασε το κορίτσι της και πέθανε το κορίτσι της… Εγώ έχω παρακολουθήσει τα αναστενάρια, θαυμάζω πάρα πολύ αυτήν την τελετή…

Απόπλους:Έχεις κάνει κι εσύ ένα ντοκιμαντέρ;

Παπαστάθης: Έχω κάνει όχι ένα, τέσσερα παρακαλώ για τα αναστενάρια. Σβάκιασε, λοιπόν, το κορίτσι της και μετά ήθελε να γεννηθεί κορίτσι, να το αναπληρώσει και προσευχότανε. Το βλέπουμε αυτό στο Αμάρτημα. Πάρε όποιο αγόρι θέλεις, φέρε μου κορίτσι. Δεν ήθελε η μάνα του το φύλο του, όχι την ύπαρξη του. Λένε, ας πούμε, κάποιοι ότι ο έρωτας του για την Μπετίνα και το ενδιαφέρον του για τα μικρά κορίτσια ήτανε ένα είδος ιερογαμίας με τη χαμένη του αδελφή, ήταν επιθυμία του να πάει αυτά τα κορίτσια στη μάνα του, η οποία υιοθετούσε κορίτσια, όπως ξέρετε. Αλλά ας αφήσουμε αυτά τα θέματα για τους ψυχαναλυτές.

Απόπλους: Ένα χαρακτηριστικό σου, Λάκη, είναι η ζωντανή και ουσιαστική σχέση που έχεις με τη φιλολογία, έτσι ώστε να μας παρασύρεις κυρίως στο να συζητάμε προς φιλολογική κατεύθυνση, και λιγότερο σε ψυχαναλυτικο-βιογραφική ή σκηνοθετική…

Παπαστάθης: Θα έρθουμε και εκεί…άλλωστε δεν μ’ αρέσουν και πολύ οι βιογραφίες, το γεννήθηκα τότε, μεγάλωσα τότε, γνώρισα τότε τη… χεστήκαμε πότε γεννήθηκες και πότε αυτό και τα λοιπά… (γέλια). Θα τα πούμε κι αυτά, έχουν μεγάλη σημασία. Σκέφτηκα την άλλη πλευρά του φύλου, δηλαδή το θάνατο των κοριτσιών που συμβαίνει στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, μια άλλη αντίληψη… Πάντως υπάρχει αυτή η αντίθεση ανάμεσα στον Βιζυηνό απ’ την μια μεριά, ο οποίος επιθυμεί το αγόρι να είναι κορίτσι, και απ’ την άλλη μεριά τον Παπαδιαμάντη που σ’ αυτό το διήγημα θεωρεί ανεπιθύμητο το κορίτσι. Απόπλους: Να επανέλθουμε στον Παπαστάθη, σκηνοθέτη του Βιζυηνού. Παπαστάθης: Λοιπόν ο Παπαστάθης ο σκηνοθέτης, το βράδυ, όταν πάει να διαβάσει, στο κρεβάτι του μετά από τον ημερήσιο μόχθο, διαβάζει συνήθως όχι τον καθημερινό τύπο, αλλά τα φιλολογικά περιοδικά του 1903, του 1905, του 1883και του 1885, σαν να είναι τώρα, σαν να πήγε το μεσημέρι στο κιόσκι κι αγόρασε τα Παναθήναια, την Πινακοθήκη, την Εστία, τον Παρνασσό.

Απόπλους: Τι σημαίνει αυτό;

Παπαστάθης: Κάποια σχέση με τον χρόνο σημαίνει. Ότι η λογοτεχνία δεν παλιώνει, όταν συναντιέται μ’ ένα καινούριο βλέμμα. Γίνεται παρούσα. Έτσι συνέβη και με το Βιζυηνό. Νομίζω ότι το έργο αυτό, παρ’ όλο που γράφτηκε εκατόν τόσα χρόνια πριν, όταν συναντηθεί με μια σύγχρονη δημιουργία και πολύ περισσότερο με μια άλλη τέχνη, κάτι γίνεται. Το κείμενο αυτό είναι αρχέτυπο. Μιλάει για την ύπαρξη με το ένδυμα μιας εποχής σαν να ταξιδεύει στο χρόνο. Αλλά, για να μας αφορά, πρέπει να συναντηθεί μαζί μας, αλλιώς γίνεται ένα ιστορικό απολίθωμα. Δεν ξέρω αν στο μέλλον θα μας συγκινεί ο Αχιλλεύς Παράσχος, δεν το πιστεύω. Πιστεύω ότι συνέχεια θα μιλάμε και θα ανακαλύπτουμε πράγματα που καβαλάνε τα κείμενα των καιρών, έρχονται σ’ εμάς και μπορούν να γονιμοποιήσουν το παρόν. Γι’ αυτό κι ο Βιζυηνός είναι ένα φρέσκο βιβλίο. Δεν καταλαβαίνει τίποτα από χρόνο.

Απόπλους: Και η κινηματογραφική ταινία;

Παπαστάθης: Πάντως είναι παρόν, δεν είναι παρελθόν. Είναι μια συνάντηση του παρόντος. Μου ‘πε κάποιος ότι αυτό το έργο δεν θα μπορούσε να γυριστεί στο σινεμά ούτε το 1960, διότι έπρεπε να έχουν περάσει διάφορες απόψεις για την λογοτεχνία, διάφορες προσεγγίσεις του κειμένου. Έχει προηγηθεί το άρθρο του Μουλά, εκατοντάδες βιζυηνολόγοι υπάρχουν σ’ όλο τον κόσμο που μελετούν το έργο του, δεκάδες αφιερώματα σπουδαίων περιοδικών τα τελευταία χρόνια. Δεν θα μπορούσε να γίνει το ’50 ή το ’60 η ταινία. Όλα αυτά που εν τω μεταξύ έχω διαβάσει για τον Βιζυηνό είναι μια επένδυση στη συνείδησή μου για να γίνει αυτό το έργο.

Απόπλους: Δεν θα μπορούσες να κάνεις αυτό το έργο, όπως το ‘κανες, αν δεν είχες διαβάσει όλα αυτά τα πράγματα.

Παπαστάθης: Ναι. Και αν δεν είχα δει ταινίες, απόψεις για τη σύγχρονη αναπαράσταση της ιστορίας. Δεν γίνεται όπως μια ιστορική χολιγουντιανή αναπαράσταση του Μπεν Χονρ. Είναι μια αναπαράσταση η οποία μπάζει από παντού. Δηλαδή δεν είχα την τρομερή έγνοια μην τυχόν το σαρίκι δεν είναι ακριβώς θρακιώτικο και μην τυχόν η φουστανέλα ή η βράκα δεν ήταν ακριβώς θρακιώτικα. Πρόκειται για μια αναπαράσταση που δικαιώνει την άποψη ότι το περιεχόμενο αυτού του διηγήματος ξεφεύγει κι απ’ το χώρο κι απ’ το χρόνο. Αλλιώς καταλαβαίνει ένας καλλιτέχνης το παρελθόν κι αλλιώς ένας ιστορικός. Ο ιστορικός είναι προσκολλημένος στα δεδομένα μιας εποχής. Ο καλλιτέχνης πρέπει να αυθαιρετήσει. Χρειάζεται μια βία το κείμενο, μια βία ερωτική, σύγχρονου βλέμματος για να γίνει το καινούργιο έργο, που είναι η σύγχρονη συναίνεση.

Απόπλους: Υπάρχουν κάποια καλά παραδείγματα, που έχεις δει, κινηματογράφου ή θεάτρου και λογοτεχνίας;

Παπαστάθης: Οι Αγροίκοι του Γκολντόνι, που είχε κάνει ο Βογιατζής. Δεν κάνει την εποχή όμως, κάνει τους χαρακτήρες και ποια είναι η συμπεριφορά τους μέσα στα πλαίσια μιας εποχής. Αυτό μπορεί να το κάνει οποιοσδήποτε. Γιατί αλλιώς δεν μπορεί να εξηγήσουνε γιατί, πώς βρίζει ο αγροίκος. Δεν μπορείς να βρίζεις μ’ έναν τρόπο σύγχρονο. Αυτή η ιστορία έχει ένα χαρακτήρα διαχρονικό. Αυτού του είδους η αντιμετώπιση των οικογενειακών προβλημάτων ή των συμπεριφορών, αφορά μια εποχή μεν, αλλά ισχύει και σήμερα. Βέβαια ο Τσέχοφ είναι πάντα ανοιχτός. Δεν μπορεί να είναι μόνο ιστορικό το ανέβασμα! Και γιατί σε συγκινεί σήμερα ο Τσέχοφ; Επειδή μπορεί να μιλήσει σήμερα. Στην ταινία είναι αλλιώς τα πράγματα: Δίνω πολύ φως! Με το φως ταξιδεύει. Στο γραφείο το φως μπαίνει απ’ τα παράθυρα πάρα πολύ έντονα και στο ψυχιατρείο πάλι απ’ τα παράθυρα πολύ έντονα. Υπάρχει και ένα στιχάκι του Βιζυηνού που λέει ότι μια αχτίδα έρχεται απ’ το χωριό του μέσα στο χαμάμ. Ότι επικοινωνεί με την αχτίδα. Αυτό είναι ένα μοτίβο της ταινίας. Αυτές οι εικόνες είναι που σας έλεγα απ’ το ρεαλισμό. Εκεί όμως είναι το πρόβλημα, ο κίνδυνος αυτής της ταινίας. Να γίνει ρεαλιστική. Να γίνει δηλαδή σαν να είναι μια εποχή. Αυτό θα ήταν λάθος.

Απόπλους:Σίγουρα δεν υπάρχει πραγματική αναπαράσταση της εποχής.

Παπαστάθης: Όχι καθόλου. Υπάρχει μία χροιά της εποχής, θα έλεγα, περισσότερο. Ό, τι υπάρχει μέσα είναι σχεδόν ακριβές. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί την εποχή με πολλή αφαίρεση.

Απόπλους: Ποιο ήταν το κυρίαρχο στην ταινία αυτή; Δηλαδή τι ήθελες εσύ να τονίσεις και να εκφράσεις; Δεν ήτανε η ιστορικότητα, ας πούμε, όπως την λέμε εμείς τώρα;

Παπαστάθης: Ήθελα να έχω μια σχέση με το κείμενο. Ένιωθα πως κάποιος αυτόπτης μάρτυς, που ‘χαμε μέσα, μας υποτονθόρυζε το κείμενο του Βιζυηνού.

Απόπλους:Το κείμενο ήταν λοιπόν ο πρωταγωνιστής.

Παπαστάθης: Ακούγαμε το κείμενο. Υπάρχει στο making of μία σκηνή που διαβάζω στο Λογοθέτη το κείμενο, στη γλώσσα του. Δεν ξέρω αν την θυμάστε. Είμαστε έξω με τον Ηλία κι εγώ του διαβάζω το κείμενο. Αντί άλλης διδασκαλίας του διαβάζω το κείμενο. Το κείμενο ήταν ο μπούσουλας για όλους. Άλλωστε το έχω πει πολλές φορές αυτό, στην ένταση του γυρίσματος, φανταζόμουν τον Ηλία και τον Βιζυηνό όρθιους, πάνω στην παΐδα να κοιτιούνται. Ο Βιζυηνός με το καπέλο το περίφημο και την τρομερή ρεντιγκότα την αριστοκρατική, με τα λεφτά του Ζαρίφη, και τον Ηλία απέναντι, με τα γαλανά μάτια να τον κοιτάζει. Αυτήν την εικόνα είχα, δηλαδή, αυτό το μυστήριο μιας σχέσης στο χρόνο.

Απόπλους: Ο Λογοθέτης έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ταινία;

Παπαστάθης: Ε φυσικά! Γιατί ο Λογοθέτης ήταν σε θέση να κατανοήσει τη βασική άποψη και να την ερμηνεύσει, του ταιριάζει πάρα πολύ αυτό, έχει την ερμηνευτική δυνατότητα να το πράξει. Μου είπε κάτι πολύ ενδιαφέρον και πολύ συγκινητικό ότι, αν ήταν μόνον το διήγημα, δεν θα τον ενδιέφερε, αλλά ο τρόπος που δείχνουμε το διήγημα τον ενδιαφέρει πάρα πολύ. Αυτό κάνει σύγχρονο το έργο. Η νέα ανάγνωση! Αυτό! Δεν ήταν μια αναπαραγωγή, ας πούμε.

Απόπλους: Χθες μιλάγαμε για την μουσική. Και η μουσική επένδυση της ταινίας είναι ενδιαφέρουσα.

Παπαστάθης: Την μουσική την έχει γράψει ένας σπουδαίος μουσικός, ο οποίος δε θέλει να φαίνεται πουθενά. Είναι ένα περίεργο παιδί… Ο Γιώργος ο Παπαδάκης. Έχουμε συνεργαστεί και στις τρεις ταινίες. Ο γνωστός Παπαδάκης, ο οποίος είναι συνθετάρα! Και δεν θέλει να φαίνεται πουθενά. Είναι ο άνθρωπος που γνωρίζει περισσότερο απ’ τον καθένα τι θέλει μια κινούμενη εικόνα, που γνωρίζει πάρα πολύ καλά την παραδοσιακή μουσική, το ρεμπέτικο, τα δημοτικά, σε βάθος. Έχουμε συνεργαστεί στον Καιρό των Ελλήνων, όπου έκανε μια μουσική έξοχη, κατά την άποψη μου, και στο Θεόφιλο. Εδώ κυριάρχησε η άποψη, από την αρχή, ότι καλή μουσική είναι αυτή που δεν σολάρει. Είναι αυτή που χτίζεται μέσα, είναι ένα από τα στοιχεία που βγάζουνε το τελικό αποτέλεσμα. Δεν ισοπεδώνει την έκφραση και δεν είναι παραδοσιακή. Αυτό είναι ο κίνδυνος της ταινίας… Όλα μαζί χτίζονται για ένα τελικό αποτέλεσμα. Δεν σολάρει ο ηθοποιός, δεν σολάρει ο σκηνοθέτης, δεν σολάρει ο ενδυματολόγος, δεν σολάρει ο μουσικός, όλα μαζί κάνουν το αποτέλεσμα. Αυτό είναι η ισορροπία του έργου.

Απόπλους: Λοιπόν μια και αναφέραμε τα τρία έργα σου, τον Καιρό των Ελλήνων, Θεόφιλος, Το μόνο της ζωής τον… τι κοινό έχουν οι τρεις ταινίες; Τι τις συνδέει;

Παπαστάθης: Πρώτα απ’ όλα μία “επιστροφή στο παρελθόν”, το οποίο ζωντανεύει στο παρόν. Είναι δηλαδή θέματα και πρόσωπα που με απασχολούν σήμερα. Η προηγουμένη ταινία ήταν ο Θεόφιλος. Μην ξεχνάτε ότι σήμερα υπάρχει μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το Θεόφιλο Χατζημιχαήλ, όχι ως παραδοσιακού ζωγράφου, αλλά ως ενός ζωγράφου που διεκδικεί το μεγαλύτερο μερίδιο νεοτερικότητας στην ελληνική ζωγραφική δεκαπέντε χρόνια μετά την ταινία. Και νομίζω ότι τα πνευματικά μεγέθη, τα νεοελληνικά, θα συναντιούνται με τις γενιές, και κάθε γενιά θα τα φωτίζει με το δικό της τρόπο. Το Θεόφιλο τον ανακάλυψε η γενιά των σπουδαίων ποιητών της γενιάς του ’30: Εμπειρίκος, Σεφέρης, κτλ, ο τρομερός Τεριάντ από την Εσπερία. Η γενιά του ’30 θέλησε να ανασύρει το Μακρυγιάννη και το Θεόφιλο. Και βέβαια στηρίξανε πάρα πολλά πράγματα πάνω σ’ αυτά. Τώρα έρχεται η δικιά μου η γενιά, που δίνει κι αυτή τη δικιά της ερμηνεία πάνω στον Θεόφιλο. Το πλοίο δεν είχε πιάσει στεριά, ήταν εκατό μέτρα πιο μέσα. Φορτώνει το μπαούλο του και, καθώς ξανοίγεται με το βαρκάρη, για να τον πάει στο πλοίο που ήταν πιο μέσα, αυτός, σαν ο μέγιστος οπλαρχηγός της Ελλάδος, ο οπλαρχηγός της ζωγραφικής μας, έχει βάλει στις κουμπούρες του μπαρούτι και κοιτώντας τα χωριά του Πηλίου, όπου έζησε τριάντα χρόνια, τα αποχαιρετάει πυροβολώντας στον αέρα. Αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, είναι ένα σύμβολο, πολύ σημαντικό για τις ημέρες μας. Το έργο και ο βίος σε μια ενότητα καταπληκτική.

Απόπλους: Ασχολείσαι με δυο ανθρώπους από τους οποίους ο ένας είναι ψιλοβαρεμένος κι ο άλλος οριακός επίσης! Και οι ληστές στο ίδιο μοτίβο ήταν. Πρόκειται για λίγα πρόσωπα. Σου πέρασε ποτέ η ιδέα ότι μπορεί να παραμυθιάζεσαι και να παραμυθιάστηκες υπέρ το δέον με τα πρόσωπα αυτά ή με κάτι άλλο το οποίο, ας πούμε, εσύ το εξωραΐζεις ή το κάνει η γενιά του ’30 το κάνεις κι εσύ μετά; Αυτό το είδες σαν κίνδυνο ποτέ;

Παπαστάθης: Ναι. Το θέμα είναι αν αυτό που προτείνω στέκει, αν έχει το βάρος του. Στο Θεόφιλο η ισορροπία ήταν εξαιρετικά λεπτή. Η σκηνή που περιγράφω για το Θεόφιλο παραπάνω είναι οριακή. Μπορεί κι ένας τρελός να βγάλει το πιστόλι να πυροβολεί, αλλά το έκανε ο οπλαρχηγός της ζωγραφικής, αυτός που έχει ζωγραφίσει την καταπληκτική ενότητα του ελληνισμού, από τα μυθολογικά χρόνια την αρχαιότητα, το Βυζάντιο, από το ’21.

Απόπλους: Και τι γίνεται; Στον κόσμο αυτόν το ζόρικο και το δύσκολο που ζούμε, βρίσκεται κάποιος ο οποίος καταπιάνεται μ’ όλα τα πράγματα; Και με τι προνόμιο το κάνει αυτό το πράγμα;

Παπαστάθης: Με την αθωότητα της ψυχής… Πιστεύω ότι δοξάζεται η αθωότητα της ψυχής μας. Κι ότι η τέχνη αυτό θέλει πλέον. Πιστεύω ότι αυτό έκανε ο Θεόφιλος. Έτσι είναι διαμορφωμένη η συνείδηση του. Τον δικαιώνει το έργο του. Αν το ‘κανε κάποιος άλλος, μπορεί να ήταν ήδη μουρλός.

Απόπλους: Η επιλογή των προσώπων, το συμπέρασμα των ταινιών, απαντάει σε ερωτήματα σύγχρονα;

Παπαστάθης: Ακριβώς, σε προβλήματα σύγχρονα. Στην ενότητα σώματος, καθημερινής ύπαρξης και έργου. Στο Βιζυηνό τα θέματα της ύπαρξης έρχονται ως τις μέρες μας. Και στον Καιρό των Ελλήνων, στο νεοελληνικό πνευματικό διχασμό που τρέχει ακόμη. Απ’ τη μια η λαϊκή παράδοση και από την άλλη η λογία παράδοση. Αυτή η σχιζοφρένια είναι η σχιζοφρένια του χώρου μας. Ανήκουμε και στις δύο παραδόσεις. Και στη λογία παράδοση και στη δημοτική παράδοση. Πώς θα το κάνουμε! Γι αυτό υπάρχουν οι ληστές. Οι ληστές έχουν την προφορική παράδοση, παίρνουν έναν αστό διανοούμενο στο βουνό και καταλαβαίνεις ότι και οι δυο, και ο δυτικοθρεμμένος και ο ντόπιος, με την λαϊκή παράδοση, με το Βυζάντιο, με τα δημοτικά, με τον τρόπο ζωής και τους κώδικες της καθημερινής ζωής τους διαφορετικούς, είναι η νεότερη Ελλάδα. Ήθελα να κάνω κάποτε μια αφίσα για τον Καιρό των Ελλήνων, δεν την έκανα τελικά, δεν την τόλμησα, που να είναι σε μία εικόνα, μισή ο Δαμιανός και μισή ο αστός, ο Αρζόγλου. Δηλαδή σ’ ένα πράγμα, να είναι μισό-μισό. Και τι γίνεται στον Καιρό των Ελλήνων; Η ενταγμένη λαϊκή παράδοση, όταν εντάσσεται και γίνεται επίσημη, πεθαίνει! Ό, τι γίνεται επίσημο, γίνεται “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών”. Δηλαδή όρος για την επιβίωση της λαϊκής παραδόσεως ήτανε η μη επίσημη κωδικοποίησή της. Έτσι τουλάχιστον πίστευα τότε και το πιστεύω ακόμα.

Απόπλους:Από ό,τι φαίνεται, στο διχασμό αυτό, εσύ κλίνεις προς τη λαϊκή παράδοση.

Παπαστάθης: Και στις δύο. Δεν μπορεί να πεις ότι δεν υπάρχει λογία παράδοση. Ο Βιζυηνός είναι το ίδιο το παράδειγμα. Είναι και τα δυο, μ’ έναν μεγαλοφυή τρόπο, μοντέρνο διήγημα, όπως κι ο Παπαδιαμάντης.

Απόπλους: Πώς θα το βλέπαμε αυτό στις μέρες μας; Σαν την προσπάθεια που κάνει κάθε κράτος να υπάρξει, απέναντι σε μια παγκοσμιότητα η οποία αισθάνεται ότι το κατατρώει, αλλά είναι απαραίτητη, δεν γίνεται αλλιώς. Όπως ήταν αναγκαίο οι ληστές, οι ανυπόταχτοι, να υποταχτούνε και να πούνε ότι πάνε στον Ελληνικό Στρατό. Κάπως έτσι το βλέπω στη σημερινή κοινωνία, στη γενικότερη, στην ευρωπαϊκή, στην παγκόσμια σύνθεση. Δηλαδή αν θα γύριζες σήμερα το έργο ο Καιρός των Ελλήνων θα ‘ταν αυτό; Πώς οι Έλληνες μπορούν να υπάρ ξουν μέσα στον κόσμο;

Παπαστάθης: Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον. Τώρα όμως πιστεύω ότι και οι δύο φέτες είναι ένα. Ένας απ’ τους λόγους που έκανα το Θεόφιλο είναι, διότι με ενοχλούσε πάρα πολύ η άποψη που ακουγόταν, ότι στην Ελλάδα υπάρχουν μεγάλοι ζωγράφοι, ο Γύζης, ο Λύτρας, ο Παρθένης κι ο λαϊκός Θεόφιλος. Όχι. Δεν είναι ο λαϊκός Θεόφιλος, είναι επίσης αριστοκρατικός. Όπως λέμε ο Θεοδωράκης, ο Χατζηδάκης και ο λαϊκός Τσιτσάνης. Ε όχι, ο Τσιτσάνης είναι εκατό φορές καλύτερος κι απ’ τους δυο μαζί. Και λόγιος επίσης. Μόνο που δεν έβγαλε το λόγιο πανεπιστήμιο.

Απόπλους: Να πάμε λίγο πιο πίσω, στο Παρασκήνιο;

Παπαστάθης: Το Παρασκήνιο ξεκινάει τον Φεβρουάριο του 1976. Από τότε που ξεκινήσαμε, νιώθαμε σαν τη μύγα μες στο γάλα. Έχουν περάσει 27 28 χρόνια, δεν ξέρω πόσα, και εξακολουθούμε να είμαστε όχι σαν τη μύγα μέσ’ στο γάλα, αλλά η μύγα μες στο γάλα. Πώς είναι δυνατόν; Αναρωτιέμαι καμιά φορά ότι ενώ έχουμε επιλέξει κάτι, σχεδόν περιθωριακό, εμείς θεωρούμε ότι αυτό έπρεπε να είναι το κανονικό και να υπάρχει στην τηλεόραση. Είναι το άλλοθι της τηλεόρασης; Είναι η πίεση που ασκείται στους διοικούντες από τα μέσα, από τις εφημερίδες, τους δημοσιογράφους, από αυτό που λένε ότι είναι μια πολύ καλή εκπομπή; Πάντως υπάρχει το Παρασκήνιο και είναι θαύμα το ότι υπάρχει. Στην τηλεόραση υπάρχει και το αντίθετο του, δηλαδή η καθημερινή ευτέλεια, η δόξα των δημοσιογράφων, η τέχνη ως προϊόν, η πληροφορία ως προϊόν, το πόσο πουλάει πόσο δεν πουλάει κτλ. Είναι η καταστροφή κάθε ντοκουμέντου. Η αντενέργεια του “δίνω μια συνέντευξη και παίρνω μια συνέντευξη” είναι το γόνιμο και το ενδιαφέρον. Στέλνουν κάτι ανθρώπους που μπορούν να καταστρέψουν, ας πούμε, μία συνέντευξη με το Σαχτούρη. Το Παρασκήνιο ήταν μια στέγη για ανθρώπους που λογικά δεν θα πήγαιναν σε άλλες εκπομπές. Φαντάζεσαι, ας πούμε, τον Αναγνωστάκη να πάει να μιλήσει στο Χατζηνικολάου; Δεν θα πάει ποτέ.

Απόπλους: Πώς και με ποιους ξεκίνησε το Παρασκήνιο;

Παπαστάθης: Βασικά ξεκίνησε από τη Σινετίκ που την έχουνε, ο Λάκης Παπαστάθης και ο Τάκης ο Χατζόπουλος, διευθυντής τηλεοράσεως τότε, αναπληρωτής διευθυντής ο Ροβήρος Μανθούλης, ο οποίος μας έδειξε κάτι μοντέλα παρισινά που σε κάποιο βαθμό τ’ ακολουθήσαμε. Ήταν κάποιοι δημοσιογράφοι στην αρχή, η αξέχαστη Σούλα Αλεξανδροπούλου, καλό είναι να το αναφέρουμε, γιατί ήταν ένα κορίτσι που χάθηκε στα σαράντα τόσα της κι ήταν παρηγοριά για τους καλλιτέχνες που είχαν κάποια αξία, νομίζω. Ήταν ο Δημήτρης Γκιώνης, ο δημοσιογράφος που υπάρχει ακόμη στην Ελευθεροτυπία, μετά η Βένη Γεωργακοπούλου, ο Τέλης Αμαντάς και άλλοι. Από το Παρασκήνιο έχουν περάσει γύρω στους 150 σκηνοθέτες. Στο Παρασκήνιο υπάρχουνε καμιά δεκαριά αφηγηματικά μοντέλα. Το ένα μοντέλο είναι μια πολύ βιωμένη σχέση με τον άλλον, το άλλο είναι ένας αιφνιδιασμός της συνέντευξης, το άλλο είναι με σταθερή κάμερα που δεν κάνει κοντινό πλάνο στη συνέντευξη κι αφήνει τον άλλον να εκτεθεί, ένα άλλο είναι πολύ κόψιμο της συνέντευξης και πολύ μεγάλη βαρύτητα στο μοντάζ κ. ά. Υπάρχουν, λοιπόν, κάποια αφηγηματικά μοντέλα στο Παρασκήνιο που προσπαθούν να συνδυάσουνε την κινηματογραφική εμπειρία του ντοκιμαντερίστα με το μέσον που λέγεται τηλεόραση. Πάντα μας απασχολούσε αυτό. Δηλαδή η τηλεόραση, δεν είναι μεγάλη οθόνη, είναι μια μικρή οθόνη στο σπίτι, που σημαίνει χαλαρή σχέση μ’ αυτό που βλέπεις, δεν σβήνουν τα φώτα, δεν πας σε μια αίθουσα προετοιμασμένος να δεις. Τηγανίζεις ψάρια, αρχίζει κάτι και τρέχεις, χτυπάει το τηλέφωνο και το παιδί φωνάζει και ο παππούς θέλει το… κι ωστόσο πρέπει να δεις αυτό το πράγμα. Εντωμεταξύ υπάρχει και ο ανταγωνισμός απ’ το διπλανό κανάλι. Αυτά τα βάζαμε στο μυαλό μας. θα δει κανείς ότι είναι πιο γρήγορος ο ρυθμός για να κρατήσει το θεατή, ότι υπάρχουν περισσότερα κοντινά πλάνα απ’ ότι στο ντοκιμαντέρ, γιατί σε μια μεγάλη οθόνη πρέπει να δεις και το βάθος, ενώ στην τηλεόραση το γενικό πλάνο το χάνεις. Πας κοντά, ποντάρεις στην έκφραση, πράγμα που δεν το κάνεις στο κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ, γιατί το αλάτι του είναι η δύναμη του νεκρού χρόνου, του πλάνου που διαρκεί, που έχει την εσωτερική του ενότητα.

Απόπλους: Τόσα χρόνια και τόσοι κινηματογραφιστές αποτελούν ένα πολύ σημαντικό αρχείο. Έχει γίνει κάτι για τη διατήρηση του;

Παπαστάθης: Καταλαβαίνεις τι αγωνία έχω; Το ότι δεν έχει το αρχείο αυτό κωδικοποιηθεί, δεν έχει γίνει φιλμογράφηση, δεν έχει περάσει σε digital κασέτες! Θα το χάσω! Καταλαβαίνεις τι σημαίνει; Επιπλέον χρειάζεται και σωστή καταλογογράφηση και σωστή αποκρυπτογράφηση. Είδα προσφάτως κάποια cd-rom, που παρουσιάζανε ντοκουμέντα νεοελληνικά που ‘χουν τραγικά λάθη, επειδή κάποιος σκηνοθέτης είπε ότι αυτό το πλάνο είναι από την μικρασιατική καταστροφή, ενώ είναι του ’12. Δεν έχει αναπτυχθεί μια ευαισθησία πάνω στην κινούμενη εικόνα στην Ελλάδα. Και είμαστε η μόνη χώρα στην Ευρώπη που δεν έχουμε εθνικό αρχείο ντοκουμέντων. Είχα πάει πριν από 12 χρόνια στο Σπα του Βελγίου, όπου είχε γίνει ένα συνέδριο για τη σημασία της κινούμενης εικόνας. Δεν μιλούσαν για εθνικό αρχείο κινούμενης εικόνας, το θεωρούσαν δεδομένο. Μιλούσαμε για κατά τόπους ερασιτεχνικά αρχεία κινούμενης εικόνας. Για Home-video, για ερασιτεχνικά φιλμάκια 8mm, που τραβούσαν διάφοροι ερασιτέχνες κατά καιρούς. Δηλαδή κάθε πόλη είχε το αρχείο της κινούμενης εικόνας. Υπάρχουν βέβαια τρομερές δυσκολίες, κυρίως στο φιλμ, διότι έχουν πετσοκοπεί όλα αυτά τα αρχεία από τους διάφορους μοντέρ.

Απόπλους: Όλα αυτά τα χρόνια ποια επίδραση έχει ασκήσει το Παρασκήνιο στην ελληνική τηλεόραση, σε νέους σκηνοθέτες και σε νέους δημοσιογράφους;

Παπαστάθης: Έχει ασκήσει κάποια επίδραση, αλλά με έναν ευτελή τρόπο, θα έλεγα. Δηλαδή αυτά που βλέπουμε τώρα, τις διάφορες εκπομπές των δημοσιογράφων, έχουν κάποια σχέση με το Παρασκήνιο, δηλαδή δεν πολυφαίνεται αυτός που ρωτάει, υπάρχει μια επεξεργασία στο μοντάζ, αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχει το βάθος του Παρασκηνίου, και ο πνευματικός καημός που υπήρχε και στους 150 γι’ αυτό. Είναι ρεπορτάζ, ο θάνατος του ντοκιμαντέρ είναι το τηλεοπτικό ρεπορτάζ, μη γελιόμαστε. Το Παρασκήνιο το υπογράφει ο σκηνοθέτης. Μπορεί να χρειάζεται ο δημοσιογράφος να του δίνει διάφορα στοιχεία, αλλά την τελική γραμμή την επιβάλλει ο σκηνοθέτης. Εδώ είναι δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Απόπλους: Η σχέση του Παρασκηνίου με τις ταινίες σου τις μεγάλες;

Παπαστάθης: Είναι το πνευματικό υπόστρωμα της ζωής μου το Παρασκήνιο, το προσωπικό μου πανεπιστήμιο. Δηλαδή όταν βγαίνεις μετά από ένα μήνα έντονης επεξεργασίας για ένα φιλμ για το Μανόλη τον Αναγνωστάκη, βγαίνεις πιο πλούσιος, είναι σαν να έχεις κάνει ένα Master. Διότι για να πας μαζί του, πρέπει να διαβάσεις όλη την ποίηση, να διαβάσεις βασικά κείμενα γι’ αυτόν. Να κάνεις κάποιες επαφές πριν. Στην συγκεκριμένη περίπτωση στο Παρασκήνιο που του ‘κανα, μιλούσε αυτός και εγώ του απαντούσαμε στίχους. Καταλαβαίνεις τι προετοιμασία είχα κάνει; Δεν το λέω αυτό για να κάνω τον ήρωα, μ’ άρεσε, θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή που είχα αυτή την εμπειρία.

Απόπλους: Αυτό φαίνεται και από την ευρύτητα των γνώσεων που διαθέτεις κι από την οπτική που έχεις σ’ όλα τα επίπεδα. Έχουμε απέναντι μας έναν εξαιρετικό φιλόλογο, κινηματογραφιστή, κοινωνιολόγο, ιστορικό, ερευνητή… και συλλέκτη περιοδικών.

Παπαστάθης: Έχω κάνει σαράντα θέματα μετά από το συνέδριο του Σπα του Βελγίου για τα αρχεία. Ντράπηκα σαν Έλληνας πολίτης και λέω θα ψάξω στην Ελλάδα να βρω αρχεία και να κάνω μία σειρά στην τηλεόραση και να καλέσω και τους ανθρώπους να ενεργοποιηθούν να μου βρουν κι άλλα αρχεία και έκανα την σειρά Αναζητώντας την χαμένη εικόνα, σαράντα κομμάτια μόνο με κινούμενη εικόνα. Κι αυτό τώρα είναι μια βάση από την οποία μπορούμε να ξεκινήσουμε. Μάλιστα δεν την έκανα ιστορικά, την έκανα κάπως συνειρμικά, όπως ένας καλλιτέχνης που ασχολείται με αυτό και όχι σαν ιστορικός. Με το ένα πόδι στην ιστορία σαν ιστορικοί και με το άλλο στην επεξεργασία που έχει ανάγκη η ψυχή μας για να μιλήσει.

Απόπλους: Λάκη, τυπικά τι σπουδές έχεις κάνει;

Παπαστάθης: Τίποτα! Έχω τελειώσει το γυμνάσιο, έχω πάει στην Πάντειο για κάποια χρόνια, διότι η μάνα μου πήγε να αυτοκτονήσει. Γυμνάσιο στη Μυτιλήνη, καλός μαθητής. Όχι στην τελευταία τάξη, στις προηγούμενες. Αριστούχος. Είχα κάλους δασκάλους φιλολόγους: Κακάμπουρας, τρομερός δάσκαλος, Μιχαηλίδης Γεώργιος, τρομερός δάσκαλος. Και ένας “προβολατζής”, ήρωας των παιδικών μου χρόνων. Ο προβολατζής αυτός ήτανε ο μπαμπάς ενός φίλου μου. Μας έβαζε τσάμπα στο σινεμά, και εκείνα τα σινεμά παίζανε πέντε ταινίες την ημέρα, όταν είχε φουρτούνα και δεν έφευγε το πλοίο. Μας διάβαζε, μας κρατούσε τη γεωγραφία μέσα στη καμπίνα προβολής. Τέτοιο πράγμα! Ήταν ένας μυθικός δρόμος στη Μυτιλήνη, όπου είχε τρία σινεμά και βιβλιοθήκη. Πηγαίναμε στη βιβλιοθήκη, στο σινεμά, δηλαδή ένα μπλέξιμο, κι ο χώρος κάποιο ρόλο έπαιξε εκεί. Επιπλέον τότε υπήρχε στη Μυτιλήνη ένα εντευκτήριο, του Πανλεσβιακον, έχω γράψει ένα διήγημα γι’ αυτό, όπου ήταν ο κυρ Πάνος, στον οποίο δούλευα εγώ, τότε έκανα καφέδες το βράδυ και αυτό ήταν επίσης ένα από τα πανεπιστήμια της ζωής μου, γιατί εκεί συχνάζανε κάποιοι άνθρωποι της γενιάς του ’30, της λεγόμενης Λεσβιακής Άνοιξης, Βενέζης, Κονδύλης, Σαμαράς κτλ. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν μια περίεργη αγάπη για τον αθλητισμό. Λογοτεχνία και αθλητισμός. Παίζαμε ποδοσφαιράκια, πινγκ-πονγκ, παίζαμε και μπάσκετ και ποδόσφαιρο, μιλούσαμε και για τη λογοτεχνία. Αυτό ήταν το στιλ του διανοούμενου που έζησα εγώ στη Μυτιλήνη. Ωστόσο, αυτός, ο κυρ Πάνος, όταν νικούσαμε στο ποδοσφαιράκι ή στο μπιλιάρδο, μας έδινε ένα μήλο και απήγγελλε ένα στίχο του Πινδάρου, παρακαλώ. Εκεί μεταξύ πινγκ-πονγκ καφέδων κτλ. γινότανε και ένα αλισβερίσι πνευματικό.

Απόπλους: Μετά πηγαίνεις στην Πάντειο;

Παπαστάθης: Μετά πάω στην Αθήνα, γνωρίζω τον καθηγητή μου, το Φωτεινό, και μπαίνω σ’ αυτή τη σχολή του κινηματογράφου. Πάω στους γονείς μου και λέω, θέλω να σπουδάσω κινηματογράφο. Πάθανε… Λένε, θες να σπουδάσεις κανονικά σε πανεπιστήμιο; Ενώ με προορίζανε για τη Νομική, πήγα εκπρόθεσμα και δίνω εξετάσεις στην Πάντειο, όπου περνάω αλλά παρακολούθησα μερικά μαθήματα και τελικά… μελετούσα με το Φωτεινό. Δάσκαλος μου ο Κώστας Φωτεινός, η Ειρήνη Καλκάνη και ο περίφημος Παναγής Λεκατσάς, ο μεγάλος δάσκαλος της τραγωδίας. Όταν δίδασκε ο Λεκατσάς, μαζευόμασταν καμιά δεκαπενταριά άτομα στην τάξη, έρχονταν φιλόλογοι, καθηγητές, όλες οι τάξεις… Θυμάμαι το πρώτο ξεκαθάρισμα λογαριασμών, όταν μπήκε μέσα: “Παιδιά μου υπάρχουν δύο…” ήταν έτσι και λίγο πομπώδης “δύο δρόμοι που μας φέρνουν στην αρχαία τραγωδία: ο ένας είναι από τα φωτισμένα προπύλαια του Εθνικού Θεάτρου, ο άλλος είναι από κάτι στενά δύσβατα σοκάκια, που σας καλώ να με ακολουθήσετε. Άρθρον πρώτον. Το μέτρο δίνει την ερμηνεία. Ο Ανάπαιστος, Πα πα πα, πα πα πα, πα πα πα, πα πα, είναι ιεροποντικό μέτρο, δεν μπορεί να το κάνεις πεζό. Είναι τελετουργικό γι’ αυτό ο χορός έχει ανάπαιστο. Το ιαμβικό τρίμετρο, είναι αυτό το μέτρο και δείχνει αυτό. Αν μάθετε τα μέτρα, έχετε στο πιάτο την ερμηνεία. “Και εγώ όταν έκανα την πρώτη μου ταινία μικρού μήκους, τις Περιπτώσεις του Όχι, το 1965, μαζί με δύο φίλους μου, το Δημήτρη Αυγερινό και την Ειρήνη Χοϊμέ, κάναμε ανάπαιστο! Διότι η ταινία είχε σχέση με τη γερμανική κατοχή και τι κάναμε; Τα τα τα, δύο πλάνα ίδια, τα… τα… τα, στάση το κύμα. Τα τα τα, αυτό το τατατα, το αναπαιστικό, προσπαθήσαμε να το κάνουμε στο cut το κινηματογραφικό. Σε πληροφορώ ότι έβγαζε αποτέλεσμα.

Απόπλους: Στην σχολή πόσο έμεινες;

Παπαστάθης: Τρία χρόνια στη σχολή με τον Φωτεινό. Είχε ο Φωτεινός μια βιωματική σχέση με τη γνώση. Σας είπα με τους φακούς χτες, δηλαδή όχι λόγια, οι θεωρίες του ευρυγώνιου είναι αυτές, οι θεωρίες του τηλεφακού είναι αυτές, βάλε στο μάτι τον τηλεφακό, πήγαινε μια βόλτα, γύρνα, γράψε τις εντυπώσεις σου. Και το περίφημο που είπε, το επαναλαμβάνω: “Την οδό Πανεπιστημίου δεν την ξέρετε παρά μόνο κάνοντας μοντάζ, δεν την ξέρετε από ένα πλάνο, δεν την είδατε από ψηλά με ελικόπτερο. Κάνατε μοντάζ, σύνθεση των μερών, των τμημάτων της”.

Απόπλους:Από τότε είσαι στην Αθήνα;

Παπαστάθης: Ναι. Ε, μετά είχα την τύχη να δουλέψω βοηθός σκηνοθέτης στον Αλέξη Δαμιανό. Ήταν μια τρομερή εμπειρία. Στην Ευδοκία παρακαλώ. Τρία χρόνια απ’ την ζωή μου.

Απόπλους: Στην Ευδοκία πώς;

Παπαστάθης: Ως βοηθός σκηνοθέτης και κάναμε μαζί με τον Αλέξη το ντεκουπάζ. Είναι αξέχαστη εμπειρία βέβαια αυτό το πράγμα, πώς έγινε η Ευδοκία. Είναι τρία χρόνια απ’ την ζωή μου. Πώς γίνεται με το Δαμιανό, ένας άνθρωπος ο οποίος δεν είχε ιδέα από σινεμά; Όταν μπήκε με το Μέχρι το πλοίο, ήταν ένας θεατρικός σκηνοθέτης, που είχε κάποιους βοηθούς να του βγάζουν τα χοντρά, ας πούμε. Ξέρω ‘γω στο πρώτο σκετς είχε τον Πανουσόπουλο, στο τρίτο σκετς είχε το Χρήστο Μάγκο…Είναι και η ευτυχισμένη στιγμή του Αλέξη το Μέχρι το πλοίο.

Απόπλους: Η αλλαγή του Μέχρι το πλοίο είναι λοιπόν μια αρχή για ένα πράγμα που λέγεται νέος ελληνικός κινηματογράφος;

Παπαστάθης: Νομίζω ότι είναι η αρχή. Το Μέχρι το πλοίο είναι η αρχή. Υπήρχαν οι προπομποί. Ήταν οι ταινίες του Κούνδουρου, του Κακογιάννη, του Κανελλόπουλου. Νομίζω οι ταινίες του 1965, οι μικρού μήκους… και του ’66… Γενικά ο Κούνδουρος, ο Κακογιάννης, ο Κανελλόπουλος, οι μικρού μήκους του 1965στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και η έκρηξη το ’66, με το μεγάλο τραύμα των βραβείων, το ιστορικό τραύμα των βραβείων, δηλαδή αυτό που δίνει βάση σε ορισμένους αρνητές του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και των βραβείων. Το 1966 έγινε αυτό το τρομερό πράγμα, όταν βραβεύτηκε ο Τζέιμς Πάρις, παρ’ όλο που ήτανε οι εκλεκτότεροι εκπρόσωποι της πνευματικής ζωής στην κριτική επιτροπή, ο Χατζηδάκης, ο Τσαρούχης, η Έλλη Λαμπέτη, ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος και οι διάφοροι άλλοι του εμπορικού. Αντί να βγει το Μέχρι το πλοίο, η Εκδρομή του Κανελλόπουλου, βγήκε ο Τζέιμς Πάρις. Διότι οι της άλλης όχθης κατέβηκαν οργανωμένοι και ψήφισαν Τζέιμς Πάρις, ενώ αυτοί οι πέντε ψήφισαν έναν ο καθένας το δικό του. Ο Τσαρούχης Δαμιανό, ο Χατζηδάκης Κολάτο το Θάνατο τον Αλέξανδρου, η Λαμπέτη Εκδρομή και ο Μπακογιαννόπουλος Ροβήρο Μανθούλη, γιατί ήταν και το Πρόσωπο με πρόσωπο τότε. Ο Δαμιανός δεν πήρε τίποτα. Το βασικό βραβείο ήταν Τζέιμς Πάρις. Ήταν η ντροπή του φεστιβάλ.

Απόπλους: Αυτές οι ταινίες αποτελούν τη ρήξη που μας έλεγες χτες;

Παπαστάθης: Αρχίζει η ρήξη, αρχίζει κάτι διαφορετικό στον ελληνικό κινηματογράφο. Και από τις ταινίες μικρού μήκους. Θυμάμαι τότε το μακαρίτη το Βασίλη το Ραφαηλίδη που έγραψε στη Δημοκρατική Αλλαγή, “Ελληνικός κινηματογράφος. Έτος Πρώτον”. Και ο Μπακογιαννόπουλος που έγραψε το περίφημο άρθρο του στο περιοδικό Εποχές, “Οι υποσχέσεις των ταινιών μικρού μήκους”. Από εκεί άρχισε η αλλαγή. Την επόμενη χρονιά ο Παντελής Βούλγαρης με τον Τίγρη του, μην το ξεχνάτε. Μετά μπαίνει το ’68 ο Αγγελόπουλος με την Εκπομπή μικρού μήκους. Αρχίζει πια ένα νέο ρεύμα μες στην δικτατορία, η οποία το ζουλούσε το ζουλούσε, δεν μπορούσε να το πνίξει.

Απόπλους: Σήμερα μπορεί ένα νέο παιδί να δει αυτές τις ταινίες;

Παπαστάθης: Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα αυτό! Είδα φέτος αυτό που κάνουν οι Ιταλοί, ξαναβγάλανε την ταινία του Παζολίνι το Μάμα Ρόμα. Και δεν μπορούσαμε να δούμε το Μέχρι το πλοίο, που ήταν λίγο μετά απ’ αυτό και που είναι εκατό φορές καλύτερο από την ταινία του Παζολίνι.

Απόπλους: Αυτά πώς μπορούν να βγούνε;

Παπαστάθης: Το Ο καιρός των Ελλήνων δεν πρόκειται να το δείτε, δεν έχει κόπια της προκοπής. Θα δείτε ένα σαράβαλο του 1980. Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα, μου κάνει εντύπωση που δεν απασχολεί το Κέντρο. Είχα δει κατά καιρούς τους προέδρους, το ‘χουμε πει, αλλά το βλέπουν εντελώς οικονομίστικα το θέμα. Είναι δυνατόν φέτος να έχουν βγει, το αριστούργημα του Φελίνι, το Οκτώμισι, σε επανέκδοση μια ταινία του Κασαβέτη, του Βισκόντι, του Παζολίνι, όχι το Μέχρι το πλοίο, όχι ο Ιωάννης ο βίαιος, όχι η Αναπαράσταση; Θα άλλαζε η γνώμη των νεοτέρων για την προσπάθεια που έκανε το νέο ελληνικό σινεμά. Κάποιοι τρελοί στην Ελλάδα, νέα παιδιά τότε το ’65 σήκωσαν ψηλά την σημαία της τέχνης του κινηματογράφου.

Απόπλους: Πιστεύεις ότι θα έχουν απήχηση αυτές οι ταινίες στα νέα παιδιά;

Παπαστάθης: Τίποτα δεν έχει απήχηση, αν δεν προετοιμαστεί, αν δεν διαμεσολαβηθεί, αν δεν γίνει κείμενο, αν δε γίνει διαφήμιση, αν δεν υπάρχουν συνεντεύξεις ανάλογες. Αλίμονο! Δεν είναι πετριά κι όποιον πάρει ο χάρος. Θέλει κάποια προετοιμασία και κυρίως απ’ αυτούς που πασχίζουν για τον ελληνικό κινηματογράφο, το Κέντρο Κινηματογράφου, το Υπουργείο Πολιτισμού, τα συνδικαλιστικά σωματεία, που δεν μπορεί να είναι μόνο συνδικαλιστικά, έτσι δεν είναι; Πρέπει να είναι και πνευματικά σωματεία, να υπερασπίζονται κάποιες αξίες.

Απόπλους: Πες μας λίγο για το φεστιβάλ-ντοκιμαντέρ που γίνεται εδώ. Πώς ενεπλάκης εσύ στο φεστιβάλ;

Παπαστάθης: Το φεστιβάλ-ντοκιμαντέρ ξεκίνησε από μια δική μου ιδέα, που την αποδέχτηκε το ίδρυμα Δημητρίου, σιγά-σιγά την αποδέχεται και το Υπουργείο Πολιτισμού, δίνοντας λίγα χρήματα, μετά λίγα περισσότερα, από πέρυσι μπήκε και η Ε.Ρ.Τ. Την ιδέα υλοποίησε ένα συνδικαλιστικό σωματείο. Πρέπει από του χρόνου και η δικιά μου πρόθεση είναι αυτή να ξεχάσουμε ότι είμαστε συνδικαλιστικό σωματείο. Μέχρι τώρα όποια από τα μέλη μας είχαν μια ταινία την παίζανε. Δεν πρέπει να γίνεται αυτό. Τα κριτήρια πρέπει να είναι αμιγώς και αυστηρώς καλλιτεχνικά, να δημιουργηθούν ενότητες και να γίνει η Σάμος, πιστεύω ότι είναι εύκολο να γίνει, ένα κέντρο που θα βλέπουμε ό,τι καλύτερο υπάρχει στο ντοκιμαντέρ στον κόσμο. Στην Μεσόγειο και στον κόσμο. Να φέρουμε σπουδαίους σκηνοθέτες, να γίνονται συζητήσεις, και προσφέρεται πάρα πολύ το Δόρυσσα για ενδοκινηματογραφική επικοινωνία. Υπάρχει βέβαια το μεγάλο θέμα της επικοινωνίας με τον ντόπιο κόσμο. Έχουμε μια πρόταση γι’ αυτό, να μην παίζονται μόνο στο Δόρυσσα, το ίδιο πρόγραμμα να παίζεται και στο Καρλόβασι και στο Βαθύ με κάποιο τρόπο. Να γίνει ένα κέντρο ιδιαίτερης ευαισθητοποίησης σχετικά με το ντοκιμαντέρ. Είναι εύκολο να γίνει.
Αλλά είναι το πρώτο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ που έχει γίνει. Και η Καλαμάτα έπεται και το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Θα πρέπει να έχουμε καλύτερη σχέση με τη Λέσχη Ερασιτεχνών εδώ, ξεκίνησε δεν φτούρησε, δεν ξέρω για ποιο λόγο.

Εν πάση περιπτώσει νομίζω ότι θα πρέπει να υπάρξει και ένας διευθυντής του φεστιβάλ από τον οποίο να ζητηθούν ευθύνες, καλλιτεχνικός διευθυντής, γιατί τώρα είναι κάπως ρευστά τα πράγματα, το διοικητικό συμβούλιο, ο πρόεδρος του σωματείου, το ίδρυμα όπως είναι. Θα πρέπει να διορίζεται είτε για τρία είτε για πέντε χρόνια ένας καλλιτεχνικός διευθυντής, ίσιος με κάποιο μικρό μισθό, να έχει την δυνατότητα να κάνει και ταξίδια έξω. Νομίζω ότι είναι εύκολο να γίνει ένα καταπληκτικό φεστιβάλ και να δώσουμε τη μάχη με το ντόπιο κοινό.
Να δημιουργηθεί μια φιλμοθήκη, να υπάρχει η δυνατότητα να γίνονται αντίγραφα και να τα παίρνουν στα σχολεία να παίζουν αυτές τις ταινίες. Χρειάζεται κάποια χρηματοδότηση. Νομίζω όλο και περισσότερο γίνεται αυτό το πράγμα. Δηλαδή απ’ την μια να είναι ενδοκινηματογραφικό, να έρχονται οι κινηματογραφιστές, να φχαριστιούνται, να μιλούν, να επικοινωνούν, κι από την άλλη μεριά όμως, αν αυτό δεν ριζώσει στον τόπο, δεν φτάνει.

Απόπλους: Να ξαναγυρίσουμε πίσω. Το ’66 είπαμε φεστιβάλΘεσσαλονίκης, κ.τ.λ., κ.τ.λ. Στρατιωτική θητεία…

Παπαστάθης: Στρατιωτική θητεία, Κύπρος κατά βάση, ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού, εν έτει ’68-‘71, τριάντα μήνες περίπου.

Απόπλους: Σα να λέμε τότε γνώρισες το Βιζυηνό;

Παπαστάθης: Ε… πριν πάω φαντάρος. Στρατιώτης, στη σκοπιά, σκεφτόμουν. Η σκοπιά είναι το πιο καλό κρεβάτι για ξύπνιους, πώς να στο πω. Όταν γυρίζω από φαντάρος το κλίμα είναι φτώχια, αγωνία επαγγελματική, αγωνία για το πώς θα εκφραστούμε. Είμαστε ακόμη στη χούντα και γνωρίζομαι κάπως με τον Δαμιανό. Βρισκόμαστε, πίνουμε καφέδες με όλους αυτούς. Με τον Αγγελόπουλο κάναμε παρέα, το ίδιο με το Βούλγαρη, δηλαδή με τα παιδιά αυτά, με το Χατζόπουλο, με το Λιαρόπουλο.

Απόπλους: Τι στέκια έχει αυτή η παρέα; Για να υπάρχει ως παρέα χρειάζεται ένας χώρος.

Παπαστάθης: Συνήθως διάφορες Έβγες. Δηλαδή κάτι που δεν είναι ένα εντευκτήριο κανονικό. Έχουν και φτηνό καφέ. ΕΒΓΑ καφενεία δηλαδή. Και ο Σαββόπουλος μες στην παρέα, βέβαια, ο Διονύσης.

Απόπλους: Το φεστιβάλ λειτουργεί ως ένας χώρος; Ένας πόλος;

Παπαστάθης: Ήμασταν κάπως περιθωριακοί. Θυμάμαι το φεστιβάλ του ’65, όταν πήγα με την πρώτη μου ταινία, όπου μας είχαν βάλει σε ένα καφενείο… Μας υπολογίζανε για δύο μέρες μόνο. Δεν μας δίνανε ένα εισιτήριο, μόνο για την προβολή της ταινίας. Δεν ήταν δικό μας το φεστιβάλ τότε. Έβγαινε ο Τζέιμς Πάρις με διάφορα θεαματικά, δηλαδή κάτι εφιαλτικό για μας. Σιγά-σιγά, μέχρι το ’71 ’72 άρχισε να κερδίζει το φεστιβάλ, που ήταν και ένα τρομερό βήμα αντίστασης στη Χούντα. Μην το ξεχνάμε αυτό. Τρανταζόταν το θέατρο Μακεδονικών Σπουδών από συνθήματα. Μετά κάνω τις Περιπτώσεις…, κάνω το Γράμματα απ’ την Αμερική, το 1972, αμέσως μετά την Ευδοκία. Είχα πάει μια μέρα στο Μοναστηράκι και είχα βρει σ’ ένα πακέτο την αλληλογραφία αυτού του ανθρώπου, που τη μάζευε αυτός που τη λάμβανε. Όταν από την Πελοπόννησο πάει στην Πάτρα για να φύγει, από την Πάτρα στέλνει γράμμα τα. Κι αυτό αποτέλεσε το υλικό για την ταινία. Όταν έρχεται κάποτε να παντρευτεί, ξαναγυρίζει πίσω, δηλαδή υπάρχει δεύτερη μετανάστευση, όπου είναι η γυναίκα του. Εκεί ακούγεται και το περίφημο τραγούδι που τραγουδάει η Δόμνα Σαμίου Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική. Τέλος έρχεται για να πεθάνει, όταν σταθεροποιείται η Ελλάδα με τον Παπάγο κτλ. Έρχεται να πεθάνει στην Ελλάδα, αφήνοντας όμως την άλλη γενιά, που είναι η τρίτη μετανάστευση, τα παιδιά του στην Αμερική, όπου στέλνει τα γράμματα του.

Απόπλους: Πάντως αυτό που κάνεις είναι τελικά ιστορία ε;

Παπαστάθης: Είναι και ιστορία κατά κάποιον τρόπο. Τα Γράμματα στην Αμερική ήταν ένας θρίαμβος στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Δεν έχει ξαναγίνει ποτέ για μένα αυτό το πράγμα. Αλλά, αν και φέτος πήρα βραβεία, τα Γράμματα απ’ την Αμερική, ήταν το κάτι άλλο. Παιχτήκανε Σάββατο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, πριν από τις Μέρες τον ’36. Ήταν μια σπουδαία βραδιά. Το 1972. Ήταν ο Φίνος στην κριτική επιτροπή, ήρθε κλαίγοντας στο τέλος και μου λέει, “Παιδί μου, έκανες σε είκοσι λεπτά, ό,τι ήθελα να κάνω εγώ σε είκοσι χρόνια”. Δεν ξέρω τώρα πως το είπε αυτό το πράγμα, πάντως σας το λέω. Ήταν επίσης ο Χατζηδάκης στην κριτική επιτροπή, ήταν αφορμή να γνωριστώ μαζί του. Πήρε το βραβείο, βέβαια, καλύτερης ταινίας και ένα ειδικό βραβείο, που είναι πολύ πιο σημαντικό, που δινόταν τότε, δόθηκε για δύο χρονιές, της μεγαλύτερης καλλιτεχνικής προσφοράς στο φεστιβάλ. Δηλαδή δινόταν είτε σε σκηνοθέτη, είτε σε ηθοποιό, και δόθηκε στα Γράμματα απ’ την Αμερική τότε. Και βέβαια αυτή η ταινία που είχε αυτό τον θρίαμβο τότε και που πήγε και πάρα πολύ καλά στην Αθήνα, όταν παίχτηκε, εμένα μου ‘κανε πάρα πολύ μεγάλο κακό, διότι σαν νέο παιδί με τρόμαξε. Τόσο μεγάλη επιτυχία, δεν κάνει καλό. Μου ‘κανε πολύ κακό για να σηκώσω το κεφάλι. Βέβαια υπήρχε ο ενδιάμεσος χρόνος της τηλεόρασης. Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση μπαίνουμε στην τηλεόραση.

Απόπλους: Αρχίζει το Παρασκήνιο!

Παπαστάθης: Κάνουμε το ιστορικό αρχείο πρώτα, την εκπομπή (το ’75) για το Διονύση, που λεγότανε Χαίρω πολύ Σαββόπουλος, οπού εκεί γινόταν νυχθημερόν εργασία. Είχε προηγηθεί η δουλειά που είχαμε κάνει μαζί με το Διονύση, τις μέρες του Πολυτεχνείου, στο Κύτταρο, λεγόταν Θίασος σκιών, όπου είχα κάνει δέκα ταινίες για την παράσταση του. Ήταν μια καταπληκτική παράσταση για το συγκρότημα του, τον ίδιον, το λαϊκό μπερντέ του Σπαθάρη (έπαιζε ο Σπαθάρης) και το σινεμά. Δηλαδή το θέμα περνούσε από το σινεμά στον μπερντέ και στην ορχήστρα του. Είχα κάνει μια ταινία για τον μπάλο… το Αχ πηδώ, χοροπηδώ κι έχω ένα τσίρκο ηλεκτρικό μες στο μυαλό μου, δεν θα το ξεχάσω μέσα στο Κύτταρο αυτό. Νομίζω ότι είναι από τα πιο καλά πράγματα το Αχ πηδώ, χοροπηδώ, είναι απ’ τα πιο καλά πράγματα που έγραψε ο Διονύσης, ο οποίος είναι και ένας μεγάλος ηθοποιός πίστας. Είχα κάνει μια ταινία για το Είδα την Άννα κάποτε, αυτή ήταν ιδέα και της Υβόννης, πάνω σε πίνακες του Πεντζίκη της Θεσσαλονίκης.

Απόπλους: Όλα αυτά ήταν για την τηλεόραση;

Παπαστάθης: Όχι. Ήταν για την παράσταση του Διονύση. Το δράμα είναι ότι δεν είχαμε χρήματα στο τέλος να κάνουμε μια κινηματογράφηση όλης της παράστασης. Έχουν σωθεί τα κομμάτια μου, αλλά δεν έχει σωθεί το άλλο, όλο μαζί. Ήταν μια μαγική συνύπαρξη. Θυμάμαι το Χατζηδάκη όταν είχε έρθει στο Κύτταρο, πόσο μαγεμένος ήτανε. Ήταν μερικές νύχτες αυτές. Βέβαια μας τραβολογούσαν στην ασφάλεια. Τι γίνεται, τι εννοεί αυτό; Αυτό πώς γίνεται; Τι γίνεται από κει; Πηγαίναμε το Διονύση το πρωί, το βράδυ πάλι το ίδιο, μετά το Πολυτεχνείο, τραβούσαμε τις διαδηλώσεις μας, πηγαίναμε το βράδυ πάλι εκεί.

Απόπλους: Η σχέση σου με το Βόλο;

Παπαστάθης: Έμεινα μέχρι τα εντεκάμισι. Τελείωσα το δημοτικό και το γυμνάσιο στη Μυτιλήνη.

Απόπλους: Α έχεις κάνει, λοιπόν, τη διαδρομή του Θεόφιλου και συ;

Παπαστάθης: Ανάποδα, τα ίδια μέρη βέβαια. Έκανα κι ένα ντοκιμαντέρ για το Θεόφιλο στο Πήλιο, γιατί νομίζω ότι σωστά τον διεκδικεί κι ο Βόλος. Στέριωσε ο καημένος εκεί πέρα. Έφαγε ψωμάκι εκεί πέρα. Τον λοιδορούσαν πολλοί βέβαια, αλλά και κάποιοι τον στήριζαν. Μπόρεσε να ζήσει και να δημιουργήσει. Και ίσως λένε κάποιοι, ότι το έργο του στο Βόλο είναι σημαντικότερο από της Μυτιλήνης.

Απόπλους: Η δεκαετία του εβδομήντα είναι κατά κύριο λόγο Μικρές απόπειρες και Παρασκήνιο;

Παπαστάθης: Κι όχι μόνο! Είναι και κάτι πολύ δυσάρεστο και απομυθοποιητικό για το Λάκη Παπαστάθη: Διαφήμιση. Εεε, υπήρξα σταρ της ελληνικής διαφημίσεως. Ανάμεσα 1972 και 1980. Άθλια εμπειρία. Όταν κάναμε τη Cinetic, είπαμε θα κάνουμε και διαφήμιση, θα πουλάμε και πατάτες, για να πάρουμε μηχανήματα, να κάνουμε σινεμά, να στοιχίζει φτηνά. Έτσι κάναμε διαφήμιση. Το μόνο θετικό είναι ότι μάθαμε κάπως καλά το μετιέ, την τεχνική του σινεμά. Είχαμε μια εξοικείωση με τα μηχανήματα, με τα πρόσωπα κ.τ.λ. Αλλά εγώ σκέφτηκα, δεν ξέρω αν είναι σωστό, νομίζω ότι είναι, ότι πριν κάνω τον Καιρό των Ελλήνων πρέπει να τελειώσει αυτή η ιστορία. Περίπου εκεί τέλειωσε και η διαφήμιση. Είχαμε αναλάβει κάποιες υποχρεώσεις, αλλά είπαμε ή σινεμά ή διαφήμιση. Όχι τηλεόραση… Το Παρασκήνιο πιστεύουμε ότι εντάσσεται στην περιπέτεια του ντοκιμαντέρ. Και κατά κάποιο τρόπο θα έλεγα ότι διασώζει κάπως την αξιοπρέπεια του Έλληνα κινηματογραφιστή που κάνει τηλεόραση.

Απόπλους: Η σχέση σου με το Ελεύθερο Θέατρο;

Παπαστάθης: Άλλο μεγάλο κεφάλαιο, τρομερό. Εγώ μπήκα στο Ελεύθερο Θέατρο το 1972. Στην αρχή δεν ήταν ούτε ο Φασουλής, που ήταν πολύ φίλος μου, ούτε η Άννα. Οι πρώτοι-πρώτοι ήταν ο Αρζόγλου, η Υβόννη, ο Καμπερίδης, ο Σκυλοδήμος κ.τ.λ. Αναφέρω το Σκυλοδήμο και συγκινούμαι, γιατί ήτανε ο μέγιστος της γενιάς αυτής. Αυτοκτόνησε όπως ξέρετε. Εγκατέλειψε το Ελεύθερο Θέατρο, διότι ο ίδιος έκρινε ότι κάπου ευτελίζεται. Είχε μια άποψη για το θέατρο κάπως πιο αυστηρή. Μέσα στη μεγάλη επιτυχία, Το τραμ το τελευταίο, φεύγει, εξαφανίζεται και κάνει θέατρο στο Βόλο, μαζί με το Σπύρο το Βραχωρίτη. Πίστευε ότι από εκεί θα ξεκινούσε η μεγάλη προσπάθεια για την αναγέννηση του ελληνικού θεάτρου. Δεν συνέβη αυτό και όταν γυριζόταν ο Θεόφιλος, τις μέρες που ξεκίνησα το γύρισμα του Θεόφιλου, αυτοκτονεί, αφήνοντας το περίφημο σημείωμα, “Δεν φταίει κανείς, η φαντασία μου μόνο!” Είχε προηγηθεί κάτι όμως. Είχε προηγηθεί μια μεγάλη συζήτηση μαζί του, γιατί ήθελα να παίξει το Θεόφιλο ο Νίκος. Είχαμε συμφωνήσει σχεδόν. Είχαμε συναντηθεί στο καφενείο Λυκόβρυση του Κολωνακίου, όταν ήδη παιζόταν στο Βόλο η Αντιγόνη με τον ίδιο, η παράσταση του Σπύρου του Βραχωρίτη. Είχαμε συμφωνήσει να παίξει το Θεόφιλο Χατζημιχαήλ. Ήμασταν φίλοι, αγαπιόμασταν βέβαια. Πίστευε ο ίδιος ότι ήμασταν στην κατάλληλη ηλικία και οι δυο, για να κάνουμε αυτό το έργο. Επικοινωνούσαμε τηλεφωνικά και μου ‘λεγε “Να τελειώσω τώρα την υπόθεση της Αντιγόνης, για να κάνουμε την ταινία απερίσπαστοι”. Δεν κατάφερε να βρει το χρόνο, να αποδεσμευτεί απ’ το Βόλο και αναγκάστηκα φυσικά, να ψάξω άλλη λύση. Δεν ξέρω πώς θα ήταν ο Θεόφιλος με το Νίκο. Θα ήταν ίσως κάτι διαφορετικό από ό,τι ο καταπληκτικός Καταλειφός. Ίσως αν έπαιζε το Θεόφιλο, να ζούσε ο Νίκος, λέω εκ των υστέρων.

Απόπλους: Λοιπόν, ποια είναι τελικά η σχέση σου με το Ελεύθερο Θέατρο;

Παπαστάθης: Δεν ήμουν ακριβώς μέσα, ήμουν στις παρυφές του Ελεύθερου Θεάτρου. Ως παρέα το ’73, το ’74 μπαίνω στην Γκόλφω, κάνω ταινίες. Τις ταινίες που προ βάλλονταν στην παράσταση Μια ζωή Γκόλφω, μια παράσταση υπέροχη κατά την άποψή μου, πάλι στο μοτίβο των δικών μου ταινιών, που ξαναβλέπει το παρελθόν, ένα έργο του παρελθόντος. Την Γκόλφω την παίζουν παιδιά που θέλουν να ανατρέψουν κάπως το κατεστημένο της ελληνικής επιθεώρησης και το κατεστημένο θέατρο.

Απόπλους: Ο Θίασος προηγείται ή έπεται αυτού του πράγματος;

Παπαστάθης: Εκείνη την εποχή, το ’74, γυρίζαμε το Θίασο του Θόδωρου. Το ’75 γίνεται ο Τυχοδιώκτης, όπου κάνω ένα φιλμάκι με το Νίκο Σκυλοδήμο στους δρόμους της Αθήνας. Κρίμα που δεν σώθηκε, που δε φιλμαρίστηκε αυτή η παράσταση, γιατί ο Νίκος παίζει τον Τυχοδιώκτη του Χουρμούζη. Παίχτηκε στο θέατρο Βρετανία αυτό. Την επόμενη χρονιά γίνεται η μεγάλη επιτυχία του Ελευθέρου Θεάτρου Το τραμ το τελευταίο, πάλι με ταινίες δικές μου μέσα, που έχω κάνει για το Μικρό ήρωα…

Απόπλους: Εκείνο που κατά την διάρκεια της συναντήσεως μας, αυτές τις δυο μέρες, έχουμε κατανοήσει είναι ότι είσαι ένα πρόσωπο μιας γενιάς.

Παπαστάθης: Είτε το θέλουμε είτε όχι. Δίπλα μου υπάρχουν τα παιδιά του ελληνικού κινηματογράφου, τα παιδιά του Ελευθέρου Θεάτρου. Ο Χατζηδάκης μας αγάπησε, μας έβαλε στην παρέα του. Δίπλα ο Δαμιανός, μεγάλο σχολείο κι αυτό, το Παρασκήνιο, στο οποίο προσπαθούμε να δημιουργήσουμε τη μεγάλη παρέα, που είναι συναντήσεις, ουσιαστικά, με μεγάλους δημιουργούς. Δηλαδή μέσα απ’ το Παρασκήνιο υπάρχει ο Τσιτσάνης, υπάρχει ο Βαμβακάρης, υπάρχει ο Ελύτης, υπάρχουν όλα αυτά. Και οι σκηνοθέτες που τα κάνουν, αλλά και τα πρόσωπα που φιλμάριζαν. Το Ελεύθερο Θέατρο είναι μια μεγάλη ρήξη. Ο Γεωργουσόπουλος, είπε τη μεγάλη κουβέντα το1973. “Τρίζει το σανίδι”. Έτριξε το σανίδι τότε. Η Γκόλφω ήταν κάπως αιρετική για τα δικά του γούστα και έγραψε μια αρνητική κριτική για την παράσταση πλην των ταινιών των δικών μου. Μάλιστα είναι και κάπως δυσάρεστο αυτό, να γράψει ύμνους για τις ταινίες και αρνητικά για την παράσταση. Αλλά έπιασε το κλίμα. Τρίζει το σανίδι.

Απόπλους: Αυτή η γενιά λοιπόν, κάνει θέατρο, κάνει σινεμά, κάνει μουσική…

Παπαστάθης: Αγαπάει τον Τσιτσάνη! Επαναφέρει αξίες. Ξέρεις πού πηγαίναμε το βράδυ; Στου Τσιτσάνη.

Απόπλους: Φτιάξατε λοιπόν καινούργιο σινεμά Λάκη. Στην πορεία όμως σαν να εγκλωβίστηκε στον εαυτό του;

Παπαστάθης: Υπήρχε πολύ σαβούρα δίπλα στο κύριο θέμα. Δηλαδή υπάρχουν ταινίες που συκοφαντούσαν τα καλά. Αυτό που ο Σαββόπουλος βγήκε και είπε ότι νυστάζουμε και κάνουμε και δείχνουμε… Δεν του το συγχωρώ του Διονύση αυτό. Είμαστε φίλοι, ξέρω ότι θα ενοχληθεί αν το διαβάσει. Αλλά αυτό που είπε, δεν του το συγχωρώ ποτέ. Ο ίδιος ανήκει στη γενιά τη δικιά μας. Το ίδιο έκανε κι αυτός μέσα στη μουσική. Το ότι κατηγόρησε έτσι το νέο ελληνικό σινεμά, προσωπικά, δεν του το συγχωρώ ποτέ, νομίζω ότι είναι λάθος και έπαρση.

Απόπλους: Όμως θα μου επιτρέψεις κι αν κάνω λάθος το παίρνω πάνω μου στην αρχή, δεν ξέρω τι έφταιγε, αλλά ήταν πολύ πιο δυναμική, πολύ πιο πρωτότυπη η γλώσσα του σινεμά που κάνατε.

Παπαστάθης: Άλλο να κάνεις ρήξη κι άλλο να κάνεις πραγματικό έργο μετά τη ρήξη. Εκεί ξεχώρισε η ήρα απ’ το στάρι. Δεν θέλω να αναφέρω ονόματα, αλλά τα επιτεύγματα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς. Όπως δεν μπορεί να μην δεχτεί και κάποιος που θαυμάζει το Νέο Ελληνικό Σινεμά, ότι δίπλα σ’ αυτό υπήρχε και πολλή σαβούρα ή προσπάθειες που δεν τελεσφόρησαν.

Απόπλους: Λάκη, σήμερα η γενιά παράγει έργο; Πώς το αξιολογείς;

Παπαστάθης: Φέτος είδα την ταινία του Νικολαΐδη, που είναι ίσως η καλύτερη ταινία του. Και ο Παπαστάθης στα 58 του έκανε το Μόνον της ζωής του ταξείδιον, ο Νικολαΐδης στα 62 έκανε αυτήν την ταινία. Ο Βούλγαρης στα 57 του έκανε το Όλα είναι δρόμος. Ο Αγγελόπουλος έκανε το Τοπίο στην ομίχλη, τον Οδυσσέα, στα 65 του. Στα 35 του είχε κάνει την Αναπαράσταση. Το ίδιο και ο Κούνδουρος, είχε κάνει στα 35 του το Δράκο, ποιοι νέοι σκηνοθέτες έχουν κάνει τέτοιες ταινίες;

Απόπλους: Χρειάζεται κάποια νέα ρήξη τώρα, νομίζεις;

Παπαστάθης: Φυσικά χρειάζεται! Και αμφισβήτηση!

Απόπλους: Υπάρχει; Φαίνεται;

Παπαστάθης: Ανοήτως! Ευτελώς και ανοήτως. Θέλει κότσια για να κάνεις ρήξη και να κάνεις ένα λόγο που να στέκει μέσα στη ρήξη. Δηλαδή το να αρνηθείς τον Αγγελόπουλο με έργο, δεν είναι εύκολο. Το να αρνηθείς το Προξενιό της Άννας ή τον Ιωάννη τον βίαιο… κάνε, να δούμε τι κάνεις! Το να αρνηθείς τον Σαββόπουλο, ας πούμε! Ε δεν είναι τώρα τόσο εύκολο. Θέλει και δύναμη δημιουργική, όχι λόγια μόνο, να αρνηθείς τα παλιά. Άντε να αρνηθείς το Όλα είναι δρόμος. Στα 58 του έκανε ο Βούλγαρης το Όλα είναι δρόμος. Δείξ’ το! Ή στα50 του έκανε τις Ήσυχες μέρες του Αυγούστου, στα 32 του όμως έκανε το Προξενιό. Στα 32 πόσα παιδιά κάνουν αντίστοιχες ταινίες σαν το Προξενιό; Δηλαδή κάποιοι θέτουν το ηλικιακό, η νέα γενιά… δεν υπάρχει ηλικιακό στην τέχνη.

Απόπλους: Νομίζω πως θέλουν, αλλά τους έχει επηρεάσει πολύ η τηλεόραση και δεν μπορούν να δημιουργήσουν. Ίσως Safe sex, δίνει μια λύση σ’ αυτό που λες. Φτύνει λίγο απ’ τα άλλα.

Παπαστάθης: Ναι, αλλά δεν είναι ρήξη αυτό, δεν ανοίγει δρόμο. Δεν νομίζω ότι ανήκουν στην παράδοση του πνευματικού σινεμά ούτε το Safe sex ούτε η Μαλένα, να μην αναφέρω τώρα άλλα έργα.

Απόπλους: Ναι, αλλά ξέρεις τι κάνουν αυτοί; Προσπαθούν να βρουν αυτή την άκρη, που εσείς τη βρήκατε εύκολα. Γιατί οι αντίπαλοι σας ήταν εύκολοι. Ενώ αυτοίέχουν δύσκολους αντίπαλους.

Παπαστάθης: Κάπως η εποχή διευκόλυνε, αλλά ισχύει αυτό που σας είπα, πώς μπορείς να αρνηθείς το Βούλγαρη, τη Μαρκετάκη, το Δαμιανό, τον Αγγελόπουλο με λόγια; Κάνε έργο, να δούμε τι θα κάνεις.

Απόπλους: Για να γίνει μία ρήξη, δεν αρκεί να γίνει απλώς η ρήξη, πρέπει να συνδέεται με κάποια παράδοση. Η δικιά σας ρήξη, συνδέονταν με κάποια παράδοση;

Παπαστάθης: Με την ευρωπαϊκή παράδοση του κινηματογράφου και την ελληνική λογοτεχνία. Το πιστεύω. Δηλαδή έχουμε τα αντίστοιχα ελληνικά έργα για τη λογοτεχνία. To Happy day είναι ο Λοιμός του Φραγκιά, μη γελιόμαστε. Το Η τιμή της αγάπης της Τόνιας είναι Θεοτόκης. Ο Αγγελόπουλος σαρώνεται από αναφορές στη λογοτεχνία, είτε είναι Σεφέρης, είτε είναι Κατσαρός στο Θίασο κ.τ.λ. Υπάρχει κάποια παιδεία. Υπάρχουν και νέα παιδιά. Θεωρώ τον τελευταίο της γενιάς μας, το Δήμο τον Αβδελιώδη, από κει και πέρα υπάρχει το Αίνιγμα του Γιάνναρη, που έχει κάνει μια εξαιρετική ταινία μικρού μήκους, μια ταινία μεγάλου μήκους, το Απ’ την άκρη της πόλης. Υπάρχουν τα δυο κορίτσια φέτος, η Κατερίνα Ευαγγελάκου, που είναι παιδί του Παρασκηνίου και της Cinetic και η άλλη η Πένη Παναγιωτοπούλου, κι απ’ αυτούς κάτι περιμένουμε. Από τα παιδιά που κάνουν Παρασκήνιο τώρα, επίσης περιμένουμε πάρα πολλά πράγματα. Ετοιμάζονται για ταινίες μεγάλου μήκους πολλοί απ’ αυτούς.

Απόπλους: Ανέφερες κάποιους δασκάλους σου. Μαθητές έχεις;

Παπαστάθης: Ντρέπομαι να πω τώρα μαθητές. Δεν μπορεί να πει ο δάσκαλος είναι ο μαθητής μου αυτός κι αυτός. Οι ίδιοι πρέπει να πουν ότι είμαι ο δάσκαλος τους. Ποιοι μου κάνουν την τιμή να με θεωρούν δάσκαλο τους; Ε, φυσικά στο Παρασκήνιο.

Απόπλους: Έχεις ένα γιο. Τι λέει για όλα αυτά;

Παπαστάθης: Ο Αργύρης μου έδωσε την μεγάλη χαρά να είναι σ’ όλη τη διάρκεια του γυρίσματος και να κάνει τον μπούμαν και στο making of που είδατε, στην Κωνσταντινούπολη και εδώ. Έχω πολλή εμπιστοσύνη στην κρίση του, όπως και στην κρίση της μητέρας του, της Υβόννης Μαλτέζου, που τη θεωρώ σπουδαία ηθοποιό. Ο Αργύρης σπουδάζει τώρα στο εξωτερικό, όχι σε θέματα καλλιτεχνικά, αλλά όταν τον παίρνω τηλέφωνο και δεν απαντάει, μου λέει “Μπαμπά, ήμουν στο σινεμά”. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό! Επίσης στο ντοκιμαντέρ υπάρχει μία εξέλιξη, νομίζω υπάρχει η Εύα Στεφανή, που έχει αλλάξει το τοπίο. Με τρομερές σπουδές στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, της Αμερικής και της Ευρώπης, ήρθε στην Ελλάδα και μόνη της με μία μηχανούλα, άλλαξε το τοπίο.

Απόπλους: Έχεις εκδώσει μια συλλογή διηγημάτων. Θα συνεχίσεις;

Παπαστάθης: Ε βέβαια θα γράψω. Τώρα μου άνοιξε η όρεξη. Έχουν γραφτεί καμιά εικοσαριά κείμενα γι’ αυτά. Όποτε μπορώ, κάτι προσπαθώ να σκεφτώ. Παράλληλα με τα Παρασκήνια, με τα σενάρια των ταινιών, με τα διαβάσματα, κάποια διηγήματα τα γράφουμε ξανά. Κι αυτό είναι η μεγάλη οφειλή στο Βιζυηνό επίσης. Διότι τα διηγήματα γράφτηκαν κατά την διάρκεια της προετοιμασίας της ταινίας Το μόνον της ζωής τον ταξείδιον, στην Κωνσταντινούπολη και στην Ανατολική Θράκη. Κλεινόμουνα από τις πέντε η ώρα στο δωμάτιο και εκεί ήθελα να νιώσω την αγωνία του συγγραφέα. Τι σημαίνει να επιστρέψεις στο προσωπικό σου παρελθόν.

Απόπλους: Κανένα άλλο πάθος;

Παπαστάθης: Οι συλλογές μου. Οι συλλογές λαϊκών χρωμολιθογραφιών και οι συλλογές των περιοδικών. Έχω πάρα πολλές λιθογραφίες. Συλλογή που τείνει στο να είναι πλήρης, είναι η συλλογή των φιλολογικών περιοδικών που έχω. Κυρίως μέχρι του ’60, ’70, από ‘κει και πέρα πια κουράστηκα. Άρχισα να μαζεύω από τότε που ήρθα στην Αθήνα, το 1961. Το πιο παλιό σε πλήρη σειρά η Ευτέρπη.

Απόπλους: Ζωγραφίζεις κιόλας;

Παπαστάθης: Ζωγραφίζω και λίγο, ναι.

Απόπλους: Από ζωγραφική, τι μαζεύεις ή τι σ’ αρέσει από ζωγραφική;

Παπαστάθης: Δεν κάνω συλλογή, απλώς έχω πάρα πολλά έργα των φίλων μου, που μου τα ‘χουν χαρίσει ή τα έχω αγοράσει σε φτηνές τιμές. Το τι επιλέγεις να συλλέξεις, είναι συνάρτηση της ψυχολογίας σου και των οικονομικών δυνατοτήτων σου. Διότι αν εγώ έκανα τη βλακεία να μαζεύω ζωγραφική, δεν θα μπορούσα. Ενώ τα περιοδικά ήταν μέσα στις οικονομικές μου δυνατότητες. Όταν είχα κάτι, έτρεχα εκεί στο Νασιώτη και του ‘δινα κάποια λεφτά και πλούτιζα τη συλλογή μου. Ή, αν δεν είχα πολλά λεφτά κι είχα λίγα, πήγαινα κι έπαιρνα ένα τευχάκι, δύο τευχάκια. Κάτι παίρνεις με δέκα δραχμές με είκοσι. Λιθογραφία; Τότε μπορούσαμε πενήντα, με τριάντα, με είκοσι χιλιάδες να πάρω μια λιθογραφία. Χριστίδη έπαιρνα με δεκαπέντε, είκοσι χιλιάδες, το ’85, αλλά δεν μπορούσες να πάρεις έργο ζωγραφικής. Ε, νομίζω πως τα είπαμε όλα πια και φτάνει!

Απόπλους: Ναι, περίπου και σ’ ευχαριστούμε, πάρα, πάρα πολύ.

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.