Άλλο η εθνική αυτογνωσία κι άλλο οι φουστανέλες του Τζέιμς Πάρις

Με τη νέα ταινία του, «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», ο Λάκης Παπαστάθης επιχειρεί να καταδυθεί στα βάθη της ψυχής του Γεώργιου Βιζυηνού, μέσω του ομότιτλου, αυτοβιογραφικού διηγήματός του. Στους βασικούς ρόλους του έργου συναντάμε τον Ηλία Λογοθέτη, τη Φραγκίσκη Μουστάκη, τη Ρούλα Πατεράκη, τον Λάζαρο Ανδρέου, την Υβόννη Μαλτέζου και τη Μαρίνα Ψάλτη. Η ταινία, που βγαίνει την επόμενη Παρασκευή στις αίθουσες, τιμήθηκε με επτά Κρατικά Βραβεία στο περσινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Όμως, μιλώντας στον «Ε», ο κ. Παπαστάθης δεν κρύβει την πικρία του για τις…ζυμώσεις που προηγήθηκαν της τελετής απονομής. Κάνει λόγο για «αναίδεια» αναφερόμενος σε εκείνους «που διεκδικούν βραβεία μόνο και μόνο επειδή είναι νέοι» και πιστεύει ότι «δεν σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν».

Αναφορές στο έργο του Γ. Βιζυηνού βρίσκουμε και στην πρώτη σας ταινία, τον «Καιρό των Ελλήνων» (1981). Τι ήταν εκείνο που σας ώθησε, αυτή τη φορά, να εντρυφήσετε περισσότερο στην προσωπικότητα του;

Αγαπώ πολύ τη γενιά του 1880, αυτή τη γενιά που έφερε τη νέα ελληνική λογοτεχνία. Πριν από αυτούς ή λογοτεχνία μας ήταν ιστορικά και ταξιδιωτικά μυθιστορήματα. Η γενιά του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη, του Καρκαβίτσα αλλά και προγενέστεροι όπως ο Παπαρρηγόπουλος ή ο Πολίτης, αποτελούν το κίνημα της ελληνικής αυτογνωσίας. Όλοι αυτοί είχαν έναν κοινό στόχο, κάτι συλλογικό που τους ένωνε και αυτό μου άρεσε πολύ. Βεβαίως, ο καθένας εξ αυτών ήταν διαφορετικός. Από την άλλη μεριά, δεν ξέρω, ίσως ακουστεί κάπως υπερφίαλο, αλλά πιστεύω ότι και η δική μου γενιά είχε κάποια τέτοια στοιχεία, χωρίς, φυσικά, να διαθέτει αντίστοιχα μεγέθη. Ήταν, όμως, εκείνη που έκανε τη μεγάλη ρήξη στο σινεμά, το ’65. Είπε «όχι» στον κινηματογράφο που υπήρχε ήδη, αφού δεν μας εξέφραζε. Δεν θέλαμε να κάνουμε τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Είμαστε παιδιά της μεγάλης παράδοσης της ελληνικής λογοτεχνίας, του ευρωπαϊκού σινεμά, θαυμαστές των μεγάλων σκη­νοθετών. Σε ό,τι αφορά τώρα τον Βιζυηνό, έχουν γραφτεί πάρα πολλά. Όμως, κάποια στιγμή, μέσα απ’ όλες αυτές τις πληροφορίες, πρέπει να ανακαλύψεις τη δημιουργική χορδή. Αυτή τη χορδή, λοιπόν, εγώ την ανακάλυψα ένα βράδυ νου ’93, στην Κομοτηνή, όπου παρακολουθούσα ένα συνέδριο για τον Βιζυηνό. Ξαφνικά αναλογίστη κα την ιστορία του και ένιωσα πως τον πονούσα. Ένα χωριατόπαιδο, με τρομερή ενοχή που δεν είναι κορίτσι, που ξενιτεύεται, «φορτωμένο» τα όνειρα του ηλικιωμένου παππού, σπουδάζει στο εξωτερικό, γράφει, επιστρέφει και εντέλει καταλήγει στο “Δρομοκαΐτειο. Μπορείς να μην τον πονέσεις; Αυτή ήταν η αρχή.

Μας έβαλε ο Αγγελόπουλος ως πρόβατα επί σφαγήν.

Για να ανθίσει το ελληνικό σινεμά, για να υπάρξει η συνέχεια που λέτε, πρέπει να υπάρξουν συντονισμένες κινήσεις και οι παλαιότεροι σκηνοθέτες να τείνουν χείρα βοηθείας στους νεότερους συναδέλφους τους.

Αυτό κανείς δεν το αμφισβητεί. Όσοι έχουν άλλωστε δυνατότητα στα εργαστήρια, στο μοντάζ ή όπου αλλού, το κάνουν. Εμείς τουλάχιστον στην εκπομπή («Παρασκήνιο») δουλεύουμε με νέους σκηνοθέτες. Εκείνο, όμως, που είναι απαράδεκτο είναι ένας σκηνοθέτης να διεκδικεί στη Θεσσαλονίκη το βραβείο μόνο και μόνο επειδή είναι νέος. Αυτό είναι αναίδεια.
Προφανώς αναφέρεστε σε συγκεκριμένο συμβάν.
Αναφέρομαι στην επίθεση που δέχτηκα φέτος από τους νεότερους συναδέλφους μου, τον κ. Δήμα και τον κ. Φάγκρα, αλλά και από μερικούς άλλους που αποχώρησαν διεκδικώντας τον τίτλο λόγω νεότητας. Ξέρετε, το ζήτημα της ηλικίας στην Τέχνη είναι ιδιαίτερο. Εάν ο Καβάφης έμενε μόνο με τα νεανικά του ποιήματα, θα ήταν ένα τίποτα. Άλλοι κάνουν το μεγάλο έργο σε νεανική ηλικία και άλλοι σε μεγαλύτερη. Δεν σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν. Ο Παντελής Βούλγαρης γύρισε το «Όλα είναι δρόμος» στα 57 του χρόνια. Έχει καμία σχέση με τις ταινίες των νέων εκείνων που διεκδικούν και φωνάζουν ότι αδικούνται; Δεν το πιστεύω. Εμείς δεν μεγαλώσαμε έτσι. Μπορεί να είχαμε επίσης ανταγωνισμούς, αλλά να μη χειροκροτείς τον άλλον που βραβεύεται; Έλεος! Ενοχλήθηκα πολύ, όχι για λόγους προσωπικούς, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν θέλω η συνέχεια του κινηματογράφου να είναι αυτά τα παιδιά. Πρέπει να υπάρχει κάτι που θα εκφράζει κι εμένα. Έχουμε αγωνιστεί για το πώς θα είναι το νέο ελληνικό σινεμά και είμαστε έτοιμοι να α­γκαλιάσουμε όλους τους νέους.
Στο παρελθόν είχατε αποδοκιμάσει τις αλλαγές στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, κυρίως σε ό,τι αφορά τη σύσταση της πολυμελούς κριτικής επιτροπής για την απονομή των Κρατικών Βραβείων και την «ενσωμάτωση» τους στη φεστιβαλική διοργάνωση. Αυτή η επιτροπή, όμως, φέτος σας απένειμε επτά κρατικά βραβεία. Εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι πρέπει να τροποποιηθεί εκ νέου ο θεσμός;
Με βράβευσαν, αλλά γνωρίζω τις λεπτομέρειες.

Τι εννοείτε;

Ο μόνος που δέχτηκε οργανωμένη επίθεση από την Ένωση Τεχνικών αλλά και από άλλους που συμμετείχαν στην επιτροπή, ήμουν εγώ. Απλώς δεν έφτασαν οι φωνές αντίδρασης που ύψωσαν ώστε να αλλάξουν γνώμη οι υπόλοιποι. Βεβαίως, δεν πήρα βραβείο σκηνοθεσίας ή ο Λογοθέτης βραβείο ερμηνείας, που, κατά τη γνώμη μου, του άξιζε. Πιστεύω πάντως, για να επανέλθουμε, ότι πρέπει να ξαναγίνει μια κριτική επιτροπή για το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με σπουδαία ονόματα όχι όποιος να ‘ναι, με τιμητικά βραβεία και λίγα χρήματα. Εξαιρετικές επιλογές και κυρίως πρόβλεψη για τη χημεία που θα έχουν αυτοί οι 10-11 άνθρωποι μεταξύ τους.

Και από εκεί και πέρα η Ακαδημία – για την οποία τόσα χρόνια μιλάμε, αλλά δεν βλέπω να γίνεται τίποτα – που θα αναλάμβανε την προβολή των ελληνικών ταινιών. Έτσι όπως έχει γίνει σήμερα το πράγμα δεν προχωράει. Το έχει παραδεχτεί, άλλωστε, και ο πρόεδρος του Φεστιβάλ, ο Θ. Αγγελόπουλος. Και ο ίδιος, όμως, δεν το πάλεψε, μας έβαλε όλους σαν πρόβατα επί σφαγήν. Αλλά κι εκείνος ό,τι κάνει και ό,τι λέει σχετίζονται με αυτό που προσωπικά τον βολεύει.

Σε όλες τις ταινίες σας, το βλέμμα σας πισωγυρίζει στην ίδια περίπου εποχή, τέλη 19ου αρχές 20ού αιώνα. Μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μια συνέχεια, ένας αόρατος άξονας που τις διαπερνά;

Ένα πνευματικό κλίμα συγγενές υπάρχει, ένα κλίμα εθνικής αυτογνωσίας. Μάλλον μια οπτική νοσταλγία για εκείνη την εποχή. Ίσως επειδή στο «Παρασκήνιο» ασχολούμαι κυρίως με τη σύγχρονη πραγματικότητα, οπότε θα ήθελα μια άλλη αχλύ για το φιξιόν έργο μου. Κάποιοι λένε: «Είναι ελληνοκεντριστής ο Παπαστάθης». Τι σημαίνει αυτό; Οι ταινίες μου δεν είναι οι φουστανέλες του Τζέιμς Πάρις. Προκύπτει, άλλωστε, ότι η αναπαράσταση γίνεται σύμφωνα με τις σύγχρονες απόψεις του ευρωπαϊκού σινεμά. Θεωρώ τις ταινίες μου σύγχρονες, διότι είναι χάριν παραδείγματος. Δηλαδή, παρουσιάζουν τα δεδομένα κάποιας εποχής, τη δράση κάποιας εποχής, αλλά είναι γυρισμένες έτσι που μπορούν να φτάσουν μέχρι εμάς. Να μας διδάξουν με τον τρόπο τους ή να μας συγκινήσουν. Άλλωστε η αναπαράσταση δεν είναι τόσο βαριά ώστε να σε αποξενώνει. Είναι έγκυρη αλλά οριακή και σχεδόν συμβολική.

Ομότεχνοι του Βιζυηνού είχαν πει ότι είναι «ικανός ψυχολόγος που εισχωρεί στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής». Κι εσείς μάλλον σαν ψυχολόγος έπρεπε να δράσετε για να «εξερευνήσετε» τη δική του ψυχή. Πώς ήταν το δικό σας ταξίδι;

Στόχος μου ήταν να φτάσω στο μεδούλι του διηγήματος. Αυτά που βρίσκεις στην ταινία μπορούν να συμβούν 200 χρόνια πριν αλλά και 200 χρόνια μετά. Κάλλιστα παίρνουν το ένδυμα μιας εποχής. Και βεβαίως, σε αυτή την ταινία ο θάνατος καραδοκεί μετά το τέλος της αφήγησης. Πρόκειται για μια «μελέτη θανάτου», όπως γράφει και ο Παναγιώτης Μουλλάς. Μόλις ο παππούς του Βιζυηνού αφηγείται τη ζωή του, πεθαίνει. Όταν γράψει το συγκεκριμένο διήγημα πεθαίνει και ο Βιζυηνός. Κάτι σημαίνει αυτό. Δεν έκανα μια ταινία πάνω στη ζωή του Βιζυηνού αλλά πάνω στο διήγημα του, «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον». Ταινία που διασταυρώνεται κάπως με τη ζωή του, συμπεριλαμβανομένου του λόγου του. Θα το θεωρούσα εσχάτη προδοσία εάν δεν ακουγόταν ο αφηγηματικός λόγος του συγγραφέα.

Αυτό φαντάζομαι είναι η απάντηση σας σε ε κείνους που εξέφρασαν την άποψη ότι απλώς εικονογραφήσατε το λόγο του Βιζυηνού;

Στο πρώτο μέρος της ταινίας ακούγεται η αφήγηση ως λόγος, και ένας σκηνοθέτης που αγαπάει τον Βιζυηνό, όπως εγώ, αντιπαραθέτει σε αυτό το ανοιχτό κείμενο που είναι ο λόγος, συγκεκριμένες εικόνες. Για φανταστείτε να μην υπήρχε ο λόγος του, να το έκανα δηλαδή όλο δραματουργικό, θα ήταν ένα σιριαλάκι σπέσιαλ. Ας λένε ό,τι θέλουν. Άλλωστε δεν ακούγεται πια και κανένας λόγος αξιόπιστος στο χώρο. Υπάρχουν κάποια άτομα που σέβομαι και ακούω τις απόψεις τους, αλλά υπάρχουν και εκείνοι που στέκονται με την καραμπίνα…

Εντύπωση, πάντως, προκάλεσαν οι δηλώσεις σας στην τελετή απονομής των Κρατικών Βραβείων, στη Θεσσαλονίκη. Και εκεί αναφερθήκατε στην ομάδα των ανθρώπων που ξεκίνησαν, προ ετών, σαν παρέα…

Εκείνη η παρέα, επαναλαμβάνω, έβαλε τα θεμέ­λια του νέου ελληνικού κινηματογράφου, αναδεικνύοντας σημαντικές μορφές. Οι προσπάθειες πρέπει να συνεχιστούν όχι μόνο από τους ίδιους ανθρώπους, καθώς όλοι έχουμε ανάγκη το φρόνημα του νέου ελληνικού κινηματογράφου. Φρόνημα που έχουν υιοθετήσει και πολλά νέα παιδιά τα οποία θέλουν να κάνουν ένα σινεμά που δεν υπακούει στην τηλεοπτική ισοπέδωση, που για μένα είναι ο μεγάλος εχθρός. Εχθρός που έκανε την πρώτη εμφάνιση του περί τα τέλη του ’80 αρχές ’90, με κάποιες ταινίες όπως ήταν εκείνες του Γκορίτσα ή του Χούρσογλου. Καλές ταινίες, αλλά είχαν έναν προσανατολισμό προς τα εκεί και εμφανίστηκαν ως το «καινούργιο ρεύμα». Δεν ήταν καινούργιο, ήταν μια τίμια προσπάθεια να πλησιαστεί το ελληνικό κοινό, καθ’ όλα νόμιμο, αλλά είδατε ότι δεν είχε συνέχεια.

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.