ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Με αφορμή, την αιχμαλωσία ενός νέου αστού από μια ομάδα ληστών στα τέλη του 1800 στην Αθήνα, η ταινία προσπαθεί να διευρύνει την πνευματικότητα των θεατών της πάνω σε θέματα που αφορούν στη διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης. ( 1981, 100 min, έγχρωμη, 35 mm.)

Στον Καιρό των Ελλήνων ο Λάκης Παπαστάθης μας δηλώνει από την αρχή το παιχνίδι και τους κανόνες του. Παρακολουθούμε μερικές σκηνές από τη μαυρόασπρη ταινία Μαρία Πενταγιώτισσα που γύρισε ο Αχιλλέας Μαδράς, πρωτοπόρος κινηματογραφιστής και ηθοποιός, το 1928. Η ταινία του Μαδρά, με τη βοήθεια των εξελιγμένων τεχνικών μέσων σήμερα, αποκτάει χρώματα ξαφνικά.

Ο Παπαστάθης πετυχαίνει στην κινηματογραφική τρυκέζα αυτό που επιχείρησε ο Μαδράς πριν από πενήντα χρόνια και δεν τα κατάφερε: Να βάψει βάψει τα καρέ της ταινίας ένα προς ένα με το χέρι, να χρωματίσει την ταινία. (Εδώ, η εισαγωγή της ταινίας μας στο παιχνίδι, οι “νερομπογιές” μας στο τραπέζι, το μοναχικό παιχνίδι με τα μαγικά μέσα του κινηματογράφου.)

Όταν ο Μαδράς έφτιαχνε την Μαρία Πενταγιώτισσα, πρώτα απ’ όλα έπαιζε. Έπαιζε με τον εαυτό του και με τους ηθοποιούς του, έπαιζε με το κινηματογραφικό μέσο και με το κινηματογραφικό συνεργείο, ανακάλυπτε τον κινηματογράφο. Η αξία της ταινίας του Παπαστάθη βρίσκεται σε αυτήν ακριβώς τη στιγμή, στην ανακάλυψη της χαράς του παιχνιδιού και στην γενναιόδωρη πρόσκληση που μας απευθύνει να παίξουμε μαζί του.

Ο Παπαστάθης μας καλεί να ξεχάσουμε ότι μεγαλώσαμε, μας καλεί να βγούμε μαζί του όχι στους ασπρόμαυρους δρόμους της πόλης αλλά στην έγχρωμη φύση που δεν τελειώνει και να παίξουμε, χώρια τα αρσενικά από τα θηλυκά, τους κλέφτες κι αστυνόμους, να παίξουμε κρυφτό και κυνηγητό με αθωότητα, να παίξουμε Τον Καιρό των Ελλήνων.

Η ώρα του παιχνιδιού όπως και η ώρα της τελετουργίας, είναι ερωτικός χρόνος. Είναι ακόμα μια από τις σοβαρότερες στιγμές στη ζωή του ανθρώπου. Ο Παπαστάθης αφήνει τη σοβαροφάνεια της καθημερινής ζωής κατά μέρος και παίζει με τις εικόνες που δημιουργεί, όπως τα παιδιά στο δρόμο. Ο Καιρός των Ελλήνων είναι μία κατεξοχήν ερωτική ταινία.

Το μικρό παιδί με την φουστανέλα στο μεγαλοαστικό σπίτι που γίνεται η γιορτή σε κάποιο κοντινό προάστιο εκείνης της εποχής απαγγέλλει ένα πατριωτικό ποίημα. Παίζει μαζί με τους μεγάλους το ρόλο που του όρισαν. Όλοι μαζί, το παιδί και οι μεγάλοι δίνουν την παράστασή τους.

Αυτή την παράσταση έρχεται να διακόψει βίαια η είσοδος των ληστών στο σπίτι. Φέρνουν μαζί τους και επιβάλλουν ένα άλλο έργο. Ο μεγαλοαστός, καθώς συλλαμβάνεται από τους ληστές, γοητεύεται από το καινούργιο παιχνίδι που καλείται να παίξει μαζί τους και ξεντύνεται τον παραδοσιακό του ρόλο βγάζοντας συμβολικά το παπιγιόν που φοράει. Ο αστός συνεπαρμένος από την πραγμάτωση του μύθου που εισβάλλει στο σπίτι αφήνεται να παρασυρθεί στην οδυνηρή παράσταση των ληστών, γίνεται αντικείμενο του παιχνιδιού τους (μας).

Από εδώ και μπρός το αντρικό σώμα και πρόσωπο κυριαρχούν στο μαγικό πέτρινο τοπίο που εναλλάσσεται με την ώριμη φύση. Η Γυναίκα δεν υπάρχει παρά μόνον ως νύξη, όπως κιόλας σε όλα τα αντρικά παιχνίδια. Το γυναικείο σώμα είναι καλυμμένο στα μαύρα (ράσα – πένθος).

Με την απαγγελία του ποιήματος του παιδιού, ο Παπαστάθης ανασύρει τις σχολικές παραστάσεις εθνικών επετείων των παιδικών μας χρόνων. Ο Καιρός των Ελλήνων συναντάει τις πρώτες μας μνήμες. Η ταινία μας καλεί σε ένα παιχνίδι επιστροφής στην αθωότητα, τότε που όλα ήταν πιστευτά, χαρούμενα και αφαιρετικά από οτιδήποτε περιττό και βεβαίως δυνατό να συμβούν.

Ο καθημερινός μύθος στη σύγχρονη ζωή οικοδομείται πάνω σε χιλιάδες εικόνες που μας βομβαρδίζουν: εφημερίδες, περιοδικά, διαφημίσεις, η καθημερινή συναλλαγή, ο απέναντι, οι δρόμοι της πόλης, η τηλεόραση…Δεν χρειαζόμαστε άλλο τον ρεαλιστικό, καθημερινό μύθο. Χρειαζόμαστε τις νύξεις ή την απουσία του μύθου για να μας γίνουν πιο έντονες οι προεκτάσεις του στον παρόντα χρόνο, χρειαζόμαστε μόνο την ποιητική διάσταση του μύθου.

Ο Παπαστάθης θεωρεί δεδομένο και αυτονόητο το μύθο της φυλής και τον κρατάει σταθερά εκτός κάδρου· αφήνει τον πυρήνα του ίδιου του μύθου να χάνεται μέσα στην αχλύ της ιστορίας, θέση άλλωστε που του ταιριάζει.

Η μυθοπλασία συρρικνώνεται, καταντά υποτυπώδης. Η ταινία εγκαταλείπει την φλυαρία και κρατάει τον ψίθυρο του μύθου, κρατάει την ψίχα και τα τελετουργικά δρώμενα του μύθου. Η σκιά της μυθοπλασίας μας παραμονεύει κρυμμένη στον Καιρό των Ελλήνων από την αρχή μέχρι το τέλος της.

Ο ποιητικός λόγος που ακούγεται οφ στην αρχή της ταινίας μας παραπέμπει στις ανιστορικές συναντήσεις που θα έχουμε ως θεατές, συναντήσεις σταθμοί και κόμβοι: Θεόφιλος, Περικλής Γιαννόπουλος, Μακρυγιάννης, Παναγιώτης Ζωγράφος, Επιτάφιος Θρήνος, η Μεγάλη Παρασκευή της Ορθοδοξίας, ο Καραγκιόζης…

Η ταινία του Παπαστάθη, το όχημα, λειτουργεί σαν ένας σύνδεσμος ανάμεσα σε εμάς και στα στοιχεία που συγκροτούν τη δημοτική και λαϊκή μας παράδοση.

Η τελευταία μαυρόασπρη σεκάνς του φινάλε συναντιέται με την μαυρόασπρη σεκάνς της εισαγωγής· η ταινία επιστρέφει από εκεί που άρχισε. Ο Παπαστάθης, μέσα από μια βαθιά θρησκευτικότητα και αφού κλείσει τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, τον κύκλο της εξέγερσης και της υποταγής, δίνει το χέρι στον Αχιλλέα Μαδρά και συναντιέται πάλι με τον μύθο. Ο χρόνος τον οποίο διανύσαμε μαζί του έχει μηδενιστεί.

Αυτή η ταινία δεν είναι θρήνος για κάτι που χάθηκε, είναι πανηγύρι και τελετή παλληκαριών γι αυτό που φεύγει ανεπίστρεπτα, γι αυτό που έφυγε.-

Λευτέρης Ξανθόπουλος
ΑΝΤΙ τ. 193, 27 Νοεμβρίου 1981