Της ΒΕΝΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2010

Ο Λάκης Παπαστάθης νοητά συνεχώς επιστρέφει στο νησί του, τη Λέσβο. Το ίδιο κάνει και ο ήρωας της νέας, τέταρτης ταινίας του. Το Ταξίδι στη Μυτιλήνη, που κάνει απόψε την πρεμιέρα του στο Ελαιοτριβείο «Βρανά», στον Παπάδο, αφηγείται με συναρπαστικό κινηματογραφικό τρόπο την υπαρξιακή βουτιά ενός νέου ανθρώπου στο τραυματικό οικογενειακό του παρελθόν.

Και ξαφνικά, ο Λάκης Παπαστάθης αποχαιρέτησε τη «Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι», κείμενο ανώνυμου συγγραφέας του 19ου αιώνα, που ενέπνευσε σε μεγάλο βαθμό την πρώτη του ταινία (Τον καιρό των Ελλήνων, 1981). Απαρνήθηκε τη λαϊκή παράδοση που γέννησε τη δεύτερη (Ο Θεόφιλος, 1987). Εκλεισε για λίγο τον αγαπημένο του Βιζυηνό, που του χάρισε το υλικό για την αριστουργηματική τρίτη («Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», 2001).
Ανοίχτηκε στα νερά μιας σύγχρονης ιστορίας, με ήρωα ένα νέο, σημερινό άνθρωπο, τον Κώστα, που επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο του, τη Μυτιλήνη, ύστερα από είκοσι χρόνια αυτοεξορίας στο Παρίσι. Η ταινία, που έχει τον πολύ απλό αλλά ανοιχτό σε πολλές αναγνώσεις τίτλο Ταξίδι στη Μυτιλήνη, παρακολουθεί τον Κώστα να ξανασυνδέεται με το νησί του, να αποδέχεται τα φαντάσματα του οικογενειακού του παρελθόντος, να γνωρίζει την αγάπη.
Και είναι ένας Παπαστάθης στα καλύτερά του. Βαθύς, συγκινητικός, ανθρώπινος. Αλλά και πολύ τολμηρός στα θέματα που θίγει, κυρίως τον θάνατο και τη φθορά, και στην κινηματογραφική του γραφή. Η ταινία κάνει απόψε την παγκόσμια πρεμιέρα της στη μεγάλη αυλή του Ελαιοτριβείου-Μουσείου «Βρανά» στον Παπάδο της Λέσβου. Υπάρχει πιο ιδανικός τόπος; Ο σκηνοθέτης, κι ας γεννήθηκε στον Βόλο, πέρασε στο νησί, όπου επιστρέφει παρέα με τον ήρωά του, τα πιο καθοριστικά χρόνια της ζωής του, τα γυμνασιακά.

 Γιατί αργήσατε τόσο να γυρίσετε ταινία μυθοπλασίας και, μάλιστα, σύγχρονη;

«Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γράφει: Δεν θέλω να γνωρίζω πάρα πολύ τους ανθρώπους. Παραφράζοντας θα πω: Δεν θέλω να γνωρίζω πάρα πολύ τον εαυτό μου. Δεν προβλέπω, δεν προγραμματίζω, δεν προετοιμάζω τι θα μου συμβεί. Κυρίως δεν αυτοαναλύομαι για να ερμηνεύσω την πορεία μου. Ένας εσωτερικός αυτόπτης μάρτυς σε οδηγεί και εσύ τον ακολουθείς. Ισως να άργησα γιατί δεν είχα ποτέ τη δυνατότητα να κάνω μια ταινία ψάχνοντας με πειραματικό τρόπο και με μεγάλη πιθανότητα αποτυχίας. Η εμπειρία της ευλογημένης αποτυχίας, ενός φιλμ δηλαδή που δεν έγινε ποτέ, έπρεπε να ενσωματωθεί νοητά στην καινούργια μου ταινία κι αυτό ήθελε χρόνο».

Πόσο μέσα είστε εσείς ο ίδιος στην ταινία σας; Είναι αυτοβιογραφική;

«Ο σκηνοθέτης φτιάχνει τους ανθρώπους των έργων του με τα υλικά που έχει ο ίδιος μέσα του, ώσπου να αυτονομηθούν και να φύγουν, γιατί έχουν αποκτήσει δική τους συμπεριφορά, δεν τους κάνει ό,τι θέλει. Μ’ αυτή την έννοια η ταινία είναι αυτοβιογραφική. Και για κάτι ακόμα. Αγαπώ τη Λέσβο, είμαι ένας άνθρωπος που νοητά συνεχώς επιστρέφει στο νησί. Η ταινία είναι η πραγματοποίηση αυτού του νόστου, γιατί τώρα γνωρίζω πως ο νόστος είναι εφικτός μόνο αν συνδυαστεί με τη δημιουργικότητα. Πρέπει να τον συνθέσεις με τη μνήμη σου και την ευαισθησία σου, γιατί όλα έχουν αλλάξει στον τόπο σου. Το ίδιο συμβαίνει και με τον ήρωα της ταινίας. Η επιστροφή του είναι κυρίως μια εσωτερική διαδικασία, μια υπαρξιακή βουτιά στο παρελθόν».

Γιατί διαλέξατε η επανασύνδεση του Κώστα με το νησί να γίνει μέσα από ανθρώπους που αποχαιρετούν τη ζωή; Οι σκηνές στο γηροκομείο είναι κεντρικές. Εκεί εργάζεται με αυταπάρνηση και η Ελένη, που με την αγάπη της σώζει τον ήρωα.

«Γιατί και τον ίδιο τον ήρωά μου τον έχει ακουμπήσει ο θάνατος. Η Ελένη προσπαθεί να διαφυλάξει την αξιοπρέπεια των γερόντων μέχρι την τελευταία τους πνοή. Η σχέση της με τον Κώστα για να προχωρήσει προϋποθέτει γι’ αυτήν τη συμφιλίωσή του με τη φθορά και τον θάνατο. Είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για το ξεπέρασμα του φόβου του θανάτου και την πίστη στη ζωή».

Η σχέση τους περνάει και μέσα από τη σχέση με τον τόπο τους. Και στους δύο έχει διαμορφωθεί από εμπειρία ξενιτιάς.

«Ο Κώστας και η Ελένη είναι δεμένοι με τον τόπο τους, αλλά ταυτοχρόνως είναι και παιδιά της Ευρώπης, του κόσμου. Δεν πιστεύουν στην απομόνωση, στο κλείσιμο στο νησί. Σπούδασαν και έζησαν έξω, επικοινώνησαν με σύγχρονες απόψεις, απέκτησαν αρχές άγνωστες, ίσως, για τους πατεράδες τους, αλλά δεν ξεχνούν πως το νησί και οι άνθρωποί του είναι κομμάτι της ύπαρξής τους. Καθόλου τουριστικά. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως και οι δύο αγαπούν και θυμούνται απ’ έξω στίχους του Κάλβου. Ενας ξενιτεμένος ποιητής που υμνεί το νησί όπου γεννήθηκε, γίνεται για τους πρωταγωνιστές η κοινή αναφορά που τους φέρνει πιο κοντά».

Σε αντίθεση με τις κινηματογραφικές συνήθειες επιλέξατε οι σκηνές που αφορούν το παρελθόν του ήρωα να είναι έγχρωμες και η καταγραφή του παρόντος ασπρόμαυρη. Γιατί;

«Πάντα μ’ ενοχλούσε η συμβατική λύση να δείχνουμε τα παλαιότερα χρόνια ασπρόμαυρα και το παρόν έγχρωμο. Στις ταινίες μου το παρελθόν είναι ζωντανό, με το φως και τα χρώματά του. Είναι ένας χαμένος χρόνος που ξανακερδίζεται. Στην ταινία, όταν ο ήρωας επιστρέφει, το φως και τα πρόσωπα της παιδικής του ηλικίας τον κάνουν να ξαναπιστέψει στη ζωή. Τον θεραπεύουν».

 Η ταινία έχει και στοιχεία ντοκιμαντέρ. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο θεατής, σε μεγάλο μέρος της, βλέπει αυτά που βλέπει ο ήρωας-αφηγητής, που, όμως, απουσιάζει από τα πλάνα. Ενας ντοκιμαντερίστας με περγαμηνές δεν μπορεί να εμπιστευθεί απόλυτα την αφήγηση;

«Στο Ταξίδι στη Μυτιλήνη η έκφραση δεν καθορίζεται μόνο από την κινηματογραφική αφήγηση. Υπάρχει θέατρο μέσα στον κινηματογράφο, ποίηση και τραγούδι. Κυρίως, όμως, υπάρχει η ντοκιμαντερίστικη καταγραφή μέσα από μια μικρή κάμερα, που κουβαλάει ο πρωταγωνιστής. Αυτός είναι και ο λόγος που σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας ο Κώστας δεν φαίνεται. Βλέπουμε τι βλέπει, έχουμε την αίσθηση της παρουσίας του, αλλά αυτός θα φανεί μόνο στο τέλος, όταν ενταχθεί πια ιστορικά στο οικογενειακό σπίτι. Για μένα η εικόνα αυτή -το να βλέπεις και να συνομιλείς με τον άλλον χωρίς να φαίνεσαι- έχει καθορίσει τη ζωή μου εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, που κάνω εκπομπές στο “Παρασκήνιο”. Οταν ξεκινήσαμε το 1976 είχαμε γράψει σε ένα μαυροπίνακα το τσιτάτο: Υπάρχεις όσο λιγότερο φαίνεσαι!”».

Τελικά, είναι τόσο σημαντική για σας η φόρμα μιας ταινίας;

«Πάντα πίστευα πως η γραφή, η φόρμα μιας ταινίας, δεν είναι ένας “ωραίος τρόπος”, “καλόγουστος”, που κολακεύει την καλαισθησία του θεατή για να του σερβίρει το νόημα και την αφήγηση, αλλά το ίδιο το σώμα και το πνεύμα του φιλμ. Η φόρμα είναι ο δρόμος, που φαίνεται πίσω από τη δράση, πίσω από τους ηθοποιούς. Αυτή θα σε οδηγήσει στο αόρατο κέντρο της ταινίας, με το οποίο πρέπει να αναμετρηθείς συναισθηματικά και πνευματικά. Το “πιο τίμιο η μορφή του”, λέει ο Καβάφης. Το ίδιο ισχύει και στις ταινίες. Χωρίς φόρμα μια ταινία είναι άσχημη, χωρίς σχήμα δηλαδή δεν είναι αναγνωρίσιμη».

Ακόμα και σε μια ταινία φίξιον η σχέση σας με τη λογοτεχνία είναι ολοφάνερη. Εσείς πού θα εντοπίζατε τη «λογοτεχνικότητά» της;

«Μοιάζει κάπως με τα παλιά μυθιστορήματα, τους προγόνους του κινηματογράφου. Πολλά πρόσωπα σε διαφορετικές ηλικίες, με διαφορετικά επαγγέλματα και σε διαφορετικές εποχές. Γονείς, μπαρμπάδες, ανίψια και οικογενειακοί φίλοι. Είναι μια σύνθεση προσώπων. Παρόντων και απόντων. Με το σινεμά όλοι βλέπουν το φως του κόσμου. Προβάλλονται δίπλα δίπλα. Σαν να μην υπάρχει θάνατος. Τους επαναφέρουν στη ζωή η μνήμη και η αγάπη. Κι ο χρόνος, έτσι, ξαναφέρνει πίσω τους ανθρώπους που έφυγαν, δεν σβήνει τις μορφές, σαν να πάει μπρος-πίσω, σαν να μηδενίζεται, σαν το μυαλό μας να κάνει τους ανθρώπους που αγαπάμε αθάνατους».

 Τελικά θέλατε να έχει κάποιο μήνυμα η ταινία;

«Δεν μου αρέσει η κινηματογραφική αφήγηση, που μόνο σκοπό έχει να οδηγήσει τον θεατή σε ένα φινάλε-μήνυμα. Ακόμη χειρότερα αν ο σκηνοθέτης επιθυμεί το μήνυμα αυτό να είναι η ουσία του έργου του. Γνωρίζω πως οι μηνυματικές ταινίες είναι της μόδας. Πιστεύω όμως πως κάθε δευτερόλεπτο σε μία καλή ταινία μπορεί και πρέπει να είναι συναρπαστικό. Δεν μου αρέσει να σκέφτεσαι μία ταινία μόνο από το φινάλε της. Η διαδικασία προς την ολοκλήρωση ενός φιλμ είναι πολλές φορές πιο ενδιαφέρουσα από το τέλος του». *

Για τον κεντρικό ρόλο του πατέρα διαλέξατε έναν ηθοποιό που τον έχουμε ταυτίσει με κωμωδία και εμπορικό θέατρο. Τι είδατε στον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη;

«Τον παρακολουθούσα τα τελευταία χρόνια στο θέατρο και όταν τον σκέφτηκα για την ταινία και συναντηθήκαμε, κατάλαβα αμέσως πως είναι ένας άνθρωπος με βαθιά γνώση της τέχνης του, με μέτρο, ευγένεια και κυρίως μ’ ένα λαϊκό αυθεντικό βίωμα ελληνικής ζωής. Κατάγεται άλλωστε από το Πλωμάρι και την Αγιάσο, δύο χωριά της Λέσβου με μεγάλη πνευματική παράδοση και, κυρίως, σκωπτική. Ο τρόπος που στήναμε τους διαλόγους με τη λεσβιακή ντοπιολαλιά, μας έκανε και τους δύο ξενιτεμένους Μυτιληνιούς να νιώθουμε πως επιστρέφουμε συνεχώς στο νησί.

Πράγματι είναι ταυτισμένος με την κωμωδία. Αν προσέξει όμως κανείς τον ρυθμό του, το “χάσιμό” του, τους νεκρούς χρόνους, την κίνηση που μένει μετέωρη, την έκπληξη με τα μικρά πράγματα της καθημερινότητας, τον τρόπο που βαδίζει ή τον τρόπο που σκέφτεται πριν μιλήσει, θα του αποκαλυφθεί μια βαθιά εσωτερικότητα τραγικού τόνου. Αλλωστε όλοι οι σπουδαίοι ηθοποιοί του βωβού σινεμά δεν κρύβουν πίσω από το γέλιο κάτι από την τραγικότητα της ύπαρξης; Στην ταινία κατάφερε -ιδιοφυώς νομίζω- να συνθέσει τις δύο όψεις του εαυτού του πιο απελευθερωμένα, αντιστρέφοντας κάπως αυτό που έκανε μέχρι τώρα. Ηρθε δηλαδή σε πρώτο πλάνο το δραματικό στοιχείο και το κωμικό, μένοντας στο φόντο, έβαζε μπουρλότο στη σοβαροφάνεια και στη βαρύγδουπη δραματικότητα. Στα γυρίσματα τον φανταζόμουν σαν φιγούρα του Σαγκάλ να ίσταται πάνω από το νησί».

Πώς νιώσατε όταν 24 χρόνια μετά τον «Θεόφιλο» ξαναβρεθήκατε με τον Δημήτρη Καταλειφό;

«Καταλαβαίνετε τη συγκίνησή μου; Ξανά μαζί, έτοιμοι για το πρώτο μοτέρ στο ίδιο νησί, με τον ήλιο να ασημώνει τους ελαιώνες. Ηταν πιο σοφός από ποτέ, πιο παιδί από ποτέ. Γνώριζε πως η ευκολία και η εμπειρία μπορεί να σκοτώσουν την αυθεντική ερμηνεία, σαν να είχε μελετήσει σε βάθος τον στίχο του Ελύτη “όσο γερνάω τόσο λιγότερο καταλαβαίνω, η πείρα μού ξέμαθε τον κόσμο”. Γι’ αυτό και έστηνε τον ρόλο και έλεγε τα λόγια με την απλότητα του παιδιού, σαν να μην ήξερε, σαν να μην έχει κάνει αυτή τη σπουδαία καριέρα, σαν να ήθελε να αποκαλύψει το νόημα και το φως του ρόλου με την “άγνοια” της πρώτης φοράς».

Τον βάλατε να παίξει, όμως, αρχαία τραγωδία…

«Παίζει τον ρόλο ενός δασκάλου που έμαθε τα πρώτα γράμματα στον ήρωά μας. Καταλήγει στο γηροκομείο και ερμηνεύει στη θεατρική παράσταση που οργανώνεται στο ίδρυμα τον Οιδίποδα επί Κολωνώ. Η τραγωδία-σύμβολο των γηρατειών παιγμένη από γέρους που φοράνε τις ρόμπες, τις πιτζάμες, τα πασούμια και τις παντόφλες. Καθώς έβλεπα τον Δημήτρη στην έξοδο της τραγωδίας να φεύγει προς τον θάνατο ονειρεύτηκα την ίδια σκηνή στην Επίδαυρο με τους γέρους να γεμίζουν τον κύκλο και τα ερείπια της γυμνής σκηνής. Δεν ξεχνούσα βέβαια πως όταν έγραψε την τραγωδία ο Σοφοκλής ξεπερνούσε τα ενενήντα».

Γενικά πώς δούλεψατε με τους ηθοποιούς;

«Οι πρόβες ήταν αναγκαίες, όχι όμως εξαντλητικές. Περίμενα να με εκπλήξουν οι ίδιοι, δεν ήθελα να αναπαράγουν αυτό που τους ζητούσα. Κάποιοι έφτασαν στο σημείο να γνωρίζουν καλύτερα από μένα τον ρόλο τους. Χρειάζονταν μερικές φορές δέκα, είκοσι ή και τριάντα λήψεις για να ακούσεις και να δεις κάτι το μοναδικό, παρ’ όλο που οι κινήσεις και τα λόγια ήταν ίδια. Το πιο σημαντικό την ώρα της λήψης είναι το σβήσιμο κάθε διδασκαλίας, κάθε πεπατημένης ευκολίας. Ακουσα τη Λουκία Μιχαλοπούλου να λέει πριν από την ενδέκατη λήψη, “Ας είναι, Θεέ μου, αυτή η καλή”. Πριν από κάθε πλάνο καθιερώσαμε ασκήσεις προφορικότητας. Κυριολεκτικά αμφισβητούσαμε τους διαλόγους του σεναρίου. Κρατούσαμε μόνο το αίσθημα που είχε βγει από τις πρόβες. Αλλαζαν θέση οι λέξεις, έμπαιναν καινούργιες, άλλαζε ο ρυθμός, η ροή της φράσης αποκτούσε συναισθηματική στίξη, κόντρα καμιά φορά στα γραμμένα κόμματα και τις τελείες. Νιώθω ευγνωμοσύνη για τους ηθοποιούς. Παλιούς και νέους. Το ίδιο και για τους ερασιτέχνες της Μυτιλήνης».