Τι κάνει το κείμενο αυτό διήγημα και όχι ιστορική μαρτυρία;

Άκουσα την Σωτηρία Μπέλλου να τραγουδάει play back το τραγούδι… με αεροπλάνα και βαπόρια.. για τις ανάγκες μιας τηλεοπτικής λήψης. Στη δεύτερη επανάληψη της κινηματογράφησης, κατάλαβα πως σ’ ένα σημείο του τραγουδιού ήταν ασύγχρονη. Άλλα λόγια έλεγε το μαγνητόφωνο κι άλλα τραγουδούσε εκείνη. Συγκεκριμένα, η παλιά ηχογράφηση έλεγε… σ’ αυτό τον κόσμο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί… και η Σωτηρία είχε μάθει να λέει… σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί. Άλλο κόσμος, άλλο τόπος.

Θυμήθηκα τα τελευταία χρόνια της χούντας. Μπουάτ Κύτταρο, 1973. Μέρες Πολυτεχνείου. Τότε ακούγονταν φρέσκα ακόμη τα τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου και μαζευόταν εκεί η νεολαία να τον ακούσει. Πλούσιο θέαμα με τραγουδιστές, κινηματογραφικές προβολές και τον μπερντέ του καραγκιοζοπαίχτη Σπαθάρη, ενταγμένο στην όλη αφήγηση του προγράμματος. Η σκιά του σινεμά, η σκιά της κάθε φιγούρας που προβαλλόταν στο πανί και το… βάλε στη σκιά σου τούτο το παιδί που δεν έχει απόψε πού να πάει… που τότε γράφτηκε, έδωσε και τον τίτλο στο όλο θέαμα… ΘΙΑΣΟΣ ΣΚΙΩΝ. Σκιές λησμονημένων προγόνων μπλέκονταν με τις ζωντανές παρουσίες του πάλκου μέσα σε ατμόσφαιρα τελετουργίας. Από τις μυθικές μορφές του ρεμπέτικου -τις φωτογραφίες μάς τις έδωσε ο φίλος τότε Ηλίας Πετρόπουλος- μέχρι τον Καραγκιόζη, την Αγλαΐα, τον Νιόνιο, τον Χατζηαβάτη, αλλά και εικόνες από τους Βαλκανικούς πολέμους για να ακουστεί ο Μπάλλος και η Μαύρη Θάλασσα. Προβλήθηκαν ζωγραφιές του Πεντζίκη και της Θεσσαλονίκης για το Είδα την Άννα κάποτε και προπολεμικές ελληνικές ταινίες, σχολιασμένες με χρώματα και μουσικές. Υπήρχαν και μικρά ιντερμέδια με κινούμενα σχέδια του Αλέξη Κυριτσόπουλου. Ένα πολυθέαμα πρωτοφανέρωτο που συνεχώς σε εξέπληττε.

Το Με αεροπλάνα και βαπόρια ο Σαββόπουλος τότε το ονόμαζε Ζεϊμπέκικο. Επειδή έπρεπε να τραγουδήσει ο ίδιος και τη δεύτερη φωνή έγινε μια ταινία που τον έδειχνε στην οθόνη να τραγουδάει απαντώντας στο ζωντανό τραγούδι του. Είχε στηθεί ακριβώς κάτω από την οθόνη και ο συνδυασμός του κινηματογραφημένου Σαββόπουλου με τον ζωντανό δημιουργούσε μες στο σκοτάδι σχεδόν θρησκευτικό αίσθημα.

Ένα απόγευμα έφτασε η ειδοποίηση στο Κύτταρο να παραστούν την επομένη στις οκτώμισι το πρωί, ο συνθέτης και ο σκηνοθέτης στο Υπουργείο Προεδρίας της Κυβερνήσεως και στο τμήμα Λογοκρισίας. Φθάσαμε αγουροξυπνημένοι. Το γραφείο του υπεύθυνου λογοκρισίας μάς ήταν γνωστό.

– Δεν έχουμε καθαρά φουρνάρικα, κύριε Σαββόπουλε; Τι εννοείτε; Γιατί τρώμε βρώμικο ψωμί; Μήπως φταίει το αλεύρι ή είναι συμβολική η έκφρασή σας και εννοείτε κάτι άλλο; Πάντως, όταν σας ακούνε χειροκροτούνε στο μαγαζί, κάτι καταλαβαίνουν πως θέλετε να πείτε και το επικροτούν. (Κοφτά) Άλλαξέ το.
– Πώς;
– Δεν ξέρω, εσύ θα το βρεις και θα μου το πεις.
– Μήπως σ’ αυτόν τον κόσμο;
– Δηλαδή και της Ελλάδος συμπεριλαμβανομένης;
– Πώς να την εξαιρέσουμε;
– Πώς λέγαν στην αρχαιότητα… πλην Λακεδαιμονίων, βρες έναν τρόπο πλην Ελλήνων.
– Δεν γίνεται, δεν κολλάει, θα χαλάσει το τραγούδι.
– Το σημαντικό δεν είναι το τραγούδι σας, κύριε, αλλά να μη βλάψετε την Ελλάδα και την προσπάθεια που γίνεται τώρα. Και το όσοι αγαπούνε, με ενοχλεί. Ο χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης, τι θα πούμε στον άλλον… αν αγαπήσετε θα φάτε βρώμικο ψωμί; Πρέπει να πούμε πως αν αγαπήσετε θα σωθείτε, θα γίνετε καλύτεροι άνθρωποι. Δεν είναι έτσι;

Ο Σαββόπουλος σαν να είχε προετοιμάσει την απάντησή του.

– Μα τραγούδι είναι, ποίηση! Θέλουμε να πούμε πως οι καλοί άνθρωποι που αγαπάνε πέφτουν θύματα των επιτήδειων, των κακών που εκμεταλλεύονται την καλοσύνη τους, γι αυτό τρώνε βρώμικο ψωμί, τους πατάνε κάτω οι κακοί, οι αδίστακτοι… Καταλάβατε;

Μετά από παρατεταμένη παύση και κοιτώντας τον Διονύση στα μάτια.

– Θα το σκεφτώ. Προς το παρόν μην ξανακούσω το “σ’ αυτόν τον τόπο”. Κάθε βράδυ σ’ ακούμε.
– Το ξέρω.
– Τους αναγνωρίζεις;
– Κάνουν μπαμ.
– Δηλαδή;
– Απ’ το κούρεμα, το ντύσιμο…
– Δεν είναι μαλλιάδες σαν κι εσάς, κύριε. Τη γλιτώσατε από τον κύριο Λαδά που δεν σας κούρεψε ακόμα.
– Κι από κάτι άλλο τους αναγνωρίζω, χειροκροτούν υπερβολικά και ψεύτικα, σε λάθος σημεία και με άδειο βλέμμα, μηχανικά.
– Σας χαλάνε και την ατμόσφαιρα. Μην τολμήσει κανείς από τους κουλτουριάρηδες που σας ακούνε να τους πειράξει ή να πει κάτι εναντίον τους γιατί πάει, θα τους φάει το μαύρο σκοτάδι. Περάσατε και από την ασφάλεια στην Μπουμπουλίνας.
– Μάλιστα.
– Σας θυμάμαι, αδύνατος ήσασταν τότε. Δεν είχατε ακόμη λαδώσει το αντεράκι σας. Απ’ ό,τι έμαθα όμως καλό σας έκανε το κρατητήριο. Γράψατε και τραγούδια όταν ήσασταν μέσα. Πηγαίνετε τώρα. Θα σας ξανακαλέσω.

Την επομένη ήρθε στο Κύτταρο συνοδευόμενος από μια ξανθιά λεβεντογυναίκα με μεγάλα βυζιά. Παρόντες στο ακροατήριο το ίδιο βράδυ, δυο τραπεζάκια πιο μπροστά, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Οδυσσέας Ελύτης. Τότε ο Σαββόπουλος δεν είχε γράψει ακόμη το κι οι δυο Ελλάδες σιγοπίνουν το πιοτό, αλλά εγώ εκείνο το βράδυ ένιωθα βαθιά το νόημά του. Γύριζα συνεχώς το βλέμμα μου από τον λογοκριτή και τη συνοδό του στο άλλο τραπέζι, στην άλλη Ελλάδα. Χωρίς να το καταλάβω, βαθιά συγκίνηση με κυρίευσε. Χωρίς μίσος, χωρίς οργή, χωρίς ειρωνεία, σχεδόν με κατανόηση για τον άνθρωπο της χούντας. Λες κι ο νέος διχασμός της Ελλάδας τον επέλεξε εκείνο το βράδυ και τον έβγαλε στη σκηνή, δίνοντάς του έναν μικρό ρόλο για να γίνει ορατό το δράμα.

Ο λογοκριτής άκουσε το σ’ αυτό τον κόσμο και έφυγε ικανοποιημένος πως έκανε καλά τη δουλειά του.
Όταν έπεσε η χούντα άκουσα τον Σαββόπουλο να λέει σε μια συναυλία καθαρά, καθαρά… σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε κ.λ.π. Ακούστηκε στ’ αυτιά μου κάπως παράταιρα, σαν αντιστασιακή νύξη, σαν εύκολη κριτική καταγγελία. Τον συνάντησα μετά.

– Προτιμώ το σ’ αυτόν τον κόσμο, γίνεται πιο συμπαντικό το τραγούδι, το σ’ αυτόν τον τόπο ακούστηκε κάπως ρηχό. Λες το φασιστόμουτρο να έκανε καλό στο τραγούδι χωρίς να το θέλει;

Με κοίταξε κάπως έκπληκτος στην αρχή. Μετά από λίγο έδειχνε σαν να συμφωνούσε κι έβαλε τα γέλια.