ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
13.12.2014, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

Λες, «να, λοιπόν, μια καινούργια συλλογή διηγημάτων του Λάκη Παπαστάθη».

Αλλωστε, τρεις και εξαιρετικές έχει ήδη δημοσιεύσει ο σκηνοθέτης, που με την πάροδο των χρόνων έχει αναδειχθεί σε πνευματικό σημείο αναφοράς, σε μια φωνή στην οποία προστρέχουμε, ακόμα και όταν διαφωνούμε μαζί της. Κι όμως, το νέο του βιβλίο με τίτλο Ο δάσκαλος αγαπούσε το βωβό σινεμά (εκδόσεις Πόλις) ήταν μια έκπληξη, κάτι πολύ ιδιαίτερο. Οχι μόνο γιατί έχει πολύ αυστηρή σύλληψη, δεν είναι δηλαδή μια απλή παράθεση άσχετων μεταξύ τους διηγημάτων, αλλά για τη σύλληψη αυτή καθαυτή.

Ενας δάσκαλος σε δραματική σχολή διηγείται ιστορίες στους μαθητές του και αμέσως μετά τους προτείνει μια άσκηση πάνω σε αυτές. Να τις παίξουν, να τις φανταστούν, να τις σχολιάσουν στην πράξη, με το σώμα και τις φωνές τους. Κάτι σαν υλικό για πρόβες είναι τα μικρά λογοτεχνικά διαμάντια που έγραψε ο Λάκης Παπαστάθης. Κι ενώ θα μπορούσε κάλλιστα κάποιος άλλος αυτή την καταπληκτική ιδέα να την οδηγήσει σε ένα εγκεφαλικό δοκίμιο περί αισθητικής, ο Λάκης Παπαστάθης μάς χάρισε ένα βιβλίο θερμό, γεμάτο ζωή, συναίσθημα, συγκίνηση, αγωνία για δημιουργία. Που πάει πέρα από την τέχνη και την υποκριτική.

• Πώς και γιατί σας ήρθε αυτή η ιδέα;

Δεν το γνωρίζω. Προφανώς κάτι την ετοίμαζε από χρόνια. Ισως να έπρεπε να γίνω εβδομήντα χρονών για να μπορέσω να τη γράψω. Δεν θέλω να γνωρίζω πάρα πολύ καλά τον εαυτό μου, ούτε αναζητώ τις αιτίες των πράξεών μου. Επειδή με ρωτάτε, όμως, υποθέτω πως με οδήγησε σε αυτή τη φόρμα η νοσταλγία και η συγκίνηση του σχολείου, αλλά και η μνήμη των δασκάλων μου που η αγάπη γι’ αυτούς συνεχώς μεγαλώνει˙ όλων των δασκάλων, ακόμη κι αυτών που δεν ήταν ιδιαίτερα φωτισμένοι. Ισως πάλι, λόγω επαγγελματικής «διαστροφής», να θέλησα να παιχτούν οι μικρές ιστορίες που εδώ και δώδεκα χρόνια γράφω, σε μια ιδιότυπη πρόβα-αναπαράσταση, από κάποιους που μοιάζουν να είναι νοητοί σπουδαστές ή αναγνώστες. Η βασική αρχή του δασκάλου, που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο, είναι «παίξ’ το για να το μάθεις, ζωντάνεψέ το». Σαν να μην ήθελα να αφήσω το κείμενο μόνο του αλλά να φανταστώ τον αποδέκτη του και να προσπαθήσω να μάθω κάτι απ’ αυτόν, να νιώσω την ισχύ του κειμένου στη συνάντησή του με άλλους ανθρώπους. Ηθελα επίσης να μεταδώσω τον ενθουσιασμό και τη συγκίνησή μου για κάποιες ιστορίες, κείμενα ή ποιήματα, όπως όταν θέλεις να πεις στον άλλον κάτι θαυμάσιο που συνέβη στη ζωή σου και επιθυμείς να το μοιραστείς.

• Ο δάσκαλος του βιβλίου έχει τη δική σας μόνο φωνή; Με αυτό το βιβλίο επιχειρήσατε να γίνετε «δάσκαλος» πρώτη φορά γράφοντας λογοτεχνία, μια και από ό,τι ξέρω δεν διδάσκετε σε σχολές;

Είναι αλήθεια πως δεν υπήρξα ποτέ κανονικός δάσκαλος. Μερικές φορές με κάλεσαν σε κάποια πανεπιστήμια και έκανα μαθήματα. Ας τα πούμε μαθήματα, γιατί περισσότερο ήταν προβολές των ταινιών μου τις οποίες σχολίαζα. Ο δάσκαλος του βιβλίου δεν υπάρχει. Μακάρι να υπήρχε. Συντίθεται από λόγια και σκέψεις πολλών ανθρώπων. Γιατί είχα την τύχη να συναντήσω σοφούς φίλους που χωρίς να το επιδιώκουν υπήρξαν οι δάσκαλοι ενός μοναδικού προφορικού πανεπιστήμιου, άτυπου αλλά τόσο ουσιαστικού. Κανείς τους δεν ήταν επαγγελματίας δάσκαλος, ούτε σου έλεγαν κάτι μ’ αυτή τη χρηστική έννοια της διδασκαλίας. Περισσότερο βιωματική προσέγγιση των πραγμάτων υπήρξε. Με τον ίδιο τρόπο που έγραφαν τα ποιήματα, τα πεζογραφήματά τους, ή έφτιαχναν τις εικόνες τους.

• Είχα μερικές φορές την αίσθηση ότι το δεύτερο μικρό κειμενάκι, η άσκηση, δηλαδή, που βάζει ο δάσκαλος στους μαθητές του, μου έκοβε λίγο το πέταγμα από την κυρίως ιστορία, την έκλεινε σε κάποια όρια. Δεν το φοβηθήκατε αυτό το καπέλωμα;

Τα λογοτεχνικά κείμενα ωφελούνται από τέτοιου είδους σχόλια και κάποιες φορές ενώνονται μ’ αυτά σε αδιάσπαστη ενότητα. Το ίδιο συνέβαινε και με τα σχόλια των άτυπων δασκάλων μου. Δεν έδιναν με αυτά τη χαριστική βολή στο κείμενο, αλλά το ταξίδευαν, επένδυαν πνευματικά σ’ αυτό, το «άνοιγαν», το έκαναν πλουσιότερο. Ενώ στην αρχή νόμιζες πως θα εξαντλούσες το περιεχόμενό του, σιγά σιγά αυτό αβγάτιζε, αποκτούσε πολλές όψεις, μυστήριο και βάθος, έμπαινε στη ζωή σου.

• Γιατί οι μαθητές του βιβλίου σπουδάζουν υποκριτική θεάτρου και όχι κινηματογράφο;

Γιατί το θέατρο είναι η πιο ζωντανή τέχνη. Μόνον εκεί μπορείς να εμψυχώσεις έναν ρόλο και να είσαι παρθενικός και μοναδικός κάθε βράδυ, σαν την πρώτη ημέρα της δημιουργίας. Είσαι παρών με το κορμί σου και το αίμα σου. Κι όταν αυτό συμβαίνει, σε βλέπουν ιδίοις όμμασι οι θεατές. Πράγματι στην αίθουσα διδασκαλίας του βιβλίου φαίνεται πως γίνονται πρόβες για θέατρο. Περισσότερο όμως γίνονται ασκήσεις καλλιέργειας, που είναι το πνευματικό και ψυχικό υπόστρωμα για όλες τις τέχνες. Και το σινεμά μοιάζει πολύ με το θέατρο, κυρίως κατά τη διάρκεια των προβών. Τότε ο σκηνοθέτης έχει κατ’ ευθείαν σχέση με τους ηθοποιούς, χωρίς να τον μπερδεύουν οι τεχνικές λεπτομέρειες και η αναζήτηση της εκφραστικής εικόνας. Βέβαια στο σινεμά η μεταμόρφωση των ηθοποιών γίνεται μια για πάντα. Τίποτα δεν αλλάζει μετά. Αυτό το ζωντάνεμα του ρόλου, που πριν ήταν γραπτό κείμενο, το είδα πρώτη φορά μπροστά στα μάτια μου στις πρόβες της «Ευδοκίας». Εμοιαζε με μικρό θαύμα, ήταν η ανάστασις του κειμένου. Τα λόγια, η όψη, ο ρυθμός του παιξίματος έκαναν τους τυπωμένους διαλόγους και τις περιγραφές πολύ φτωχές. Ο σκηνοθέτης, που είναι κατ’ αίσθηση ηθοποιός όλων των ρόλων ενός έργου, όταν συντελείται αυτό το θαύμα από τους ηθοποιούς, πρέπει να είναι σε θέση να το νιώσει και να εμπνευστεί απ’ αυτό.

• Ο δάσκαλος βάζει στους μαθητές κάθε φορά και από ένα συγκεκριμένο πρόβλημα. Εσείς έχετε για όλα αυτά απαντήσεις;

Ο δάσκαλος μαθαίνει πολύ περισσότερα από τους μαθητές του από όσα αυτός γνωρίζει. Σε κάθε μάθημα, βλέποντας τα παιδιά να παίζουν, συχνά εκπλήσσεται. Περισσότερο γνωρίζει να τους ανοίγει τον δρόμο προς την έκφραση, παρά να προβλέπει τις αντιδράσεις τους. Στήνει προκλήσεις περιμένοντας.

• Το βιβλίο σας με έκανε να σκεφτώ ότι ίσως και σεις έτσι διαβάζετε τη λογοτεχνία. Οτι κάθε κείμενο το φαντάζεστε ως υλικό για παράσταση-ταινία. Αναρωτιέμαι αν μπορεί κάποιος με αυτό το βάσανο να ευχαριστηθεί απόλυτα τη λογοτεχνία.

Οπως και πολλοί σκηνοθέτες της γενιάς μου, αισθανόμουνα πως ανήκω στην παράδοση του ευρωπαϊκού κινηματογράφου αλλά και της ελληνικής λογοτεχνίας. Δεν πιστεύαμε πως ήμασταν συνεχιστές του παλαιού κινηματογράφου, αλλά «συνομιλούσαμε» με τους Έλληνες ποιητές και πεζογράφους. Δεν είναι τυχαίο πως πολλές ταινίες στηρίχτηκαν σε λογοτεχνικά έργα. Το 2001 όταν ψάχναμε χώρους στην Κωνσταντινούπολη και στη Βιζύη για να γυρίσουμε το Μόνον της ζωής του ταξείδιον του Βιζυηνού, άρχισα να γράφω τα βράδια για να νιώσω όπως εκείνος. Έγραφα για να προετοιμαστώ καλύτερα για το γύρισμα της ταινίας, όχι για να γίνω λογοτέχνης. Κι αυτό συνεχίστηκε μέχρι σήμερα. Τώρα, κατά κάποιο τρόπο, αυτά που γράφω επικοινωνούν με τις ταινίες μου, είναι οι προπομποί τους, ίσως και να τις εμπνέουν.

• Τι θέση έχει το γράψιμο στη ζωή σας; Δεν αφήνετε, φυσικά, το σινεμά;

Το γράψιμο όλο και περισσότερο μπαίνει στη ζωή μου. Αλλωστε οι περισσότεροι φίλοι μου είναι λογοτέχνες. Τώρα το σινεμά και η λογοτεχνία συμπορεύονται. Ελπίζω να καταφέρω να σκηνοθετήσω κάποιες ταινίες ακόμη, γιατί ο κινηματογράφος ήταν και παραμένει καημός «ανεκπλήρωτος». Τέσσερις ταινίες μόνο είναι λίγες.

Η εκπομπή που δεν έκανα με τη Λαμπέτη

• H ιστορία με τη Λαμπέτη είναι αληθινή;

Το κεντρικό γεγονός του διηγήματος «Έλλη» είναι πραγματικό. Η ηρωίδα, άρρωστη με καρκίνο και χωρίς φωνή, πείθεται από αγαπημένο της φίλο να γίνει μία εκπομπή με την ίδια να ντουμπλάρει, ανοιγοκλείνοντας το στόμα της και προσπαθώντας να συγχρονιστεί με παλαιότερη ηχογράφησή της, από μια μεγάλη επιτυχία που έπαιζε στο θέατρο όταν ήταν καλά. Η ίδια είχε παραπονεθεί πως την είχαν ξεχάσει, γι’ αυτό και ο φίλος της, πολύ σημαντική κι αυτός προσωπικότητα του θεάτρου, σκέφθηκε αυτό το παράτολμο σχέδιο, με πολλή αγάπη και συγκίνηση, για να την επαναφέρει κάπως στη δημοσιότητα.

Το εγχείρημα ανέλαβα να το σκηνοθετήσω εγώ. Είχαν αρχίσει και οι προετοιμασίες για τον τρόπο που θα μπορούσε να γίνει η εκπομπή. Το σπίτι της θα μεταμορφωνόταν με λουλούδια εσωτερικού χώρου και αντικείμενα, μακιγιέρ και κομμωτής θα την προετοίμαζαν για το γύρισμα. Η μορφή της εκπομπής θα έμοιαζε με πρόβα της σπουδαίας ηθοποιού που θα ξανάπαιζε, σαν να ήταν καλά, μια παλιά επιτυχία της. Η ίδια φαινόταν κάπως δύσπιστη και ανήσυχη με την όλη διαδικασία, πάντα όμως με αξιοπρέπεια, αλλά είχε εμπιστοσύνη και αγαπούσε τον φίλο της –και παλαιότερο συνεργάτη– γι’ αυτό μας δεχόταν στο διαμέρισμά της και άκουγε τις σκέψεις μας. Σε λίγες μέρες όμως η Ελλη πήγε στο νοσοκομείο. Η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε και τα σχέδιά μας ναυάγησαν. Δεν την ξαναείδα.

Αναρωτιέμαι σήμερα πόσο θα έπειθε η εκπομπή που θα γυρίζαμε. Ισως το αποτέλεσμα να ήταν τραγικό γιατί είναι πολύ δύσκολο να συγχρονίσεις το άνοιγμα του στόματος με μια παλαιότερη δική σου φωνή. Αυτό το πλέι μπακ είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει, ακόμη κι από νέους, απολύτως υγιείς καλλιτέχνες. Ισως καλύτερα που δεν έγινε η εκπομπή κι έφυγε με τη βεβαιότητα πως κάποιοι φίλοι την αγαπάνε και τη φροντίζουν. Γιατί, αν το αποτέλεσμα ήταν κακό, τι θα γινόταν; Σίγουρα θα την πλήγωνε βαθύτατα. Καθώς τη θυμάμαι, θέλω να πω, πως και άρρωστη ήταν πανέμορφη. Κι όταν σε κοιτούσε μ’ αυτό το χαμηλωμένο λοξό βλέμμα, σου κόβονταν τα πόδια από τη συγκίνηση.

Ο δάσκαλος του διηγήματος προτείνει, στις μαθήτριες κυρίως, αλλά συμπληρωματικά και στους μαθητές, να διαλέξουν και να παίξουν κάτι από το Κορίτσι με τα μαύρα. Σκέφτηκε προς στιγμήν να τους δώσει να ερμηνεύσουν σκηνές από την κορυφαία ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, Το τελευταίο ψέμα. Εκεί όμως η Ελλη έπαιζε –υπέροχα– μια νέα γυναίκα ξεπεσμένης αστικής οικογένειας κι αυτό απαιτούσε μεγαλύτερη ωριμότητα από τις μαθήτριές του. Γι’ αυτό κι ο δάσκαλος προτίμησε το Κορίτσι με τα μαύρα που ήταν λιγότερο σύνθετος ο ρόλος της.