Η Βιρτζίνια Γουλφ, ένα από τα μυθικά έργα του εικοστού αιώνα παίζεται στο Απλό Θέατρο.

Δεν θα γράψω για τη σπουδαία παράσταση του Αντώνη Αντύπα, ούτε για τη λαμπρή ερμηνεία της Μάρθας από τη Ράνια Οικονομίδου. Δεν θα αναφερθώ αναλυτικά ούτε στη μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη  -μόνο θαυμασμό και αγάπη μπορεί να νιώσει κανείς γι’  αυτή τη σπουδαία γυναίκα που στη φετινή θεατρική περίοδο υπογράφει τη μετάφραση δύο σημαντικών παραστάσεων: Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ και  Ύστατο σήμερα.

Αφορμή γι’ αυτό το κείμενο είναι ο ενθουσιασμός μου για την ερμηνεία του Δημήτρη Καταλειφού στο ρόλο του Τζωρτζ.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν πως οι ανδρικοί ρόλοι στον Άλμπη είναι ίσως πιο σύνθετοι, βρίσκονται στο κέντρο του δράματος. Σ’ αυτή την τρομερή νύχτα του έργου λοιπόν, από τις δυόμιση μετά τα μεσάνυχτα ως το ξημέρωμα, που ο ασφυχτικά πυκνός θεατρικός χρόνος είναι ίδιος με τον φυσικό, λάμπει η ποίηση του ηθοποιού Δημήτρη Καταλειφού. Ποίηση άγρια, και ταυτοχρόνως στίλβουσα μέσα στην αδυσώπητα σαρκοβόρα επιθετικότητα του λόγου. Ο ηθοποιός έχει την ηρεμία και τη σοφία να συνθέτει την περιδίνηση του λόγου του Τζωρτζ και να την εντάσσει στη στρατηγική της ερμηνείας, χτίζοντας τον ρόλο σαν οικοδόμημα στο χρόνο της παράστασης με τέλεια αρχιτεκτονική. Βρίσκει το αφηγηματικό και εκφραστικό κέντρο κάθε μικρού επεισοδίου και το προσθέτει στην αφήγηση ώστε να γεννά το επόμενο. Αξιολογεί την ένταση κάθε δευτερολέπτου, την παραμικρή κίνηση, τις συλλαβές, τα βλέμματα. Μας πείθει πώς ο Τζωρτζ συλλαμβάνει το θεατρικό παιχνίδι  -παράσταση μέσα στην παράσταση, ρόλος μέσα στο ρόλο-  εκείνη τη στιγμή που συμβαίνει, χωρίς να το έχει προετοιμάσει.

Θήραμα του παιχνιδιού αυτού του τραυματισμένου ανθρώπου που παλεύει για τον ανδρισμό και την αξιοπρέπειά του, είναι ένα ζευγάρι νέων, καλεσμένων στο σπίτι που μένει με τη γυναίκα του, οι οποίοι γίνονται ο σάκος του μποξ. Ο Νικ και η Χάνι μοιάζουν να έχουν κάτι από το κοινό, τους θεατές που «ακούνε», «βλέπουν» και στιγμές στιγμές «παρεμβαίνουν».

Αυτή η νύχτα δεν είναι μια ψυχαναλυτική νύχτα που βγάζει στην επιφάνεια το ασυνείδητο των ανθρώπων. Εδώ οι ήρωες έχουν πλήρη συνείδηση, συνθέτουν τον τρόμο, την ταπείνωση του άλλου με χειρουργική ακρίβεια, ψυχρότητα και αδίστακτη ένταση. Σα να ακούγονται μυδραλιοβόλα.

Ο Τζώρτζ συνήθως δεν είναι παθητικός δέκτης αλλά κινεί ο ίδιος το παιχνίδι, είναι αυτός που στο τέλος, μετά από πολλά χρόνια συμβίωσης με τη Μάρθα, τολμάει να πάρει τη μεγάλη απόφαση, να διαλύσει το ζωτικό ψέμα που συνέχει τον δεσμό τους. Το «ψέμα» είναι ένας ανύπαρκτος γιος που τον αντιμετωπίζουν ως υπαρκτό. Τώρα το επινοημένο παιδί δεν υπάρχει. Στο συγκλονιστικό φινάλε του έργου ο Τζωρτζ και η Μάρθα με κοφτές φράσεις, μετωπικά, κοιτώντας το κοινό, αποφασίζουν να ζήσουν χωρίς αυταπάτες. Η μέχρι τώρα ζωή τους θ’ αλλάξει. Αυτό σημαίνει πως θα πλησιαστούν με ειλικρίνεια; Θα γίνει πιο αληθινή, πιο ανθρώπινη η σχέση τους; ‘Η μήπως η ζωή χωρίς αυταπάτες δεν αντέχεται, είναι δυο φορές αφόρητη. Με πόση ουσία στήθηκε από τον Αντώνη Αντύπα και παίχτηκε από τον Καταλειφό και την Οικονομίδου αυτή η σκηνή.

Μετά απ’ αυτό το φινάλε του Άλμπυ, λες και την επόμενη μέρα θ’ αρχίσει για το παγκόσμιο θέατρο μια άλλη δραματουργία. Ένα άλλο βλέμμα πάνω στον κόσμο και την τέχνη του θεάτρου.

Κάποιοι λένε πώς η Βιρτζίνια Γουλφ είναι ένας φιλοσοφικός στοχασμός πάνω στη συνειδητή αυταπάτη. Τι ηθοποιός όμως χρειάζεται για να παιχθεί αυτό; Σ’ όλον τον κόσμο εκατοντάδες ηθοποιοί  έπαιξαν τον Τζώρτζ. Ο καθένας κάτι φώτιζε απ’ αυτόν τον τρομερό ρόλο. Τώρα προστίθεται και ο Δημήτρης Καταλειφός στην παράσταση του Απλού Θεάτρου. Μια ερμηνεία που κάνει υπερήφανους τους Έλληνες θεατές που θεατρίζονται γιατί νιώθουν πώς και στον τόπο τους μπορούν να στηριχθούν σε μερικές σταθερές αξίες, σε πρόσωπα με ανένδοτη πίστη στην τέχνη του θεάτρου, στα μεγάλα σύγχρονα έργα, στους μεγάλους ρόλους. Ξέρουν πως μέσα από αυτούς τους ανθρώπους μετέχει το θέατρό μας στους προβληματισμούς και τα επιτεύγματα του θεάτρου διεθνώς.

Οι ζωντανοί σύγχρονοι καλλιτέχνες σαν τον Δημήτρη Καταλειφό, απλά και αυτονόητα, είναι δέσμιοι του παρόντος ακόμη κι αν –πολύ περισσότερο- ασχολούνται με τα μεγάλα έργα του παρελθόντος. Δεν τα “διορθώνουν” ούτε τα “ξεσκονίζουν” αλλά αποκαλύπτουν τη διαχρονία που κρύβουν στον πυρήνα τους. Η σύγχρονη εμπειρία, η ευαισθησία, το πάθος, η γλωσσική αίσθηση και οι προβολές της ζωής  πάνω στο “παλιό” έργο κατά την διάρκεια των χρόνων που εν τω μεταξύ μεσολάβησαν, διαμορφώνουν την αναγκαία συνείδηση, το σύγχρονο βλέμμα του καλλιτέχνη για να ξαναδεί το έργο του παρελθόντος από την σκοπιά του παρόντος.  Χωρίς να αναζητάει νευρωτικά τη νεωτερικότητα ερήμην του κειμένου. Χωρίς να φοβάται πώς θα θεωρηθεί ξεπερασμένος. Χωρίς να διαλύει το έργο, χωρίς να πιστεύει σε «επιδέξιους» σκηνοθετικούς χειρισμούς που κάνουν τον ηθοποιό σκηνικό δραματουργό που υπερβαίνει τον συγγραφέα.

Πριν πολλά χρόνια –στο αξέχαστο πατάρι του Εμπρός– ο Δημήτρης Καταλειφός έπαιξε το Ντον στον Αμερικάνο Βούβαλο του Μάμετ, ένα έργο που η γλωσσική τόλμη του σχετίζεται κατά κάποιο τρόπο με τη Βιρτζίνια Γουλφ. Ο Καταλειφός σα να χρωστούσε στο Ελληνικό κοινό τον Τζωρτζ του Άλμπυ. Θυμάμαι το πρόσωπό του τότε και τώρα. Σα να έχουν αποτυπωθεί οι ρόλοι στο δικό του πρόσωπο.

Ο Δημήτρης  Καταλειφός είναι μια προσωπικότητα με βάθος, ταλέντο και σκηνική σοφία. Αποτελεί εθνικό κεφάλαιο για την πνευματική μας ζωή. Είναι ένας ηθοποιός – ποιητής της σκηνής. Αν τον προσέξεις την ώρα που παίζει διαισθάνεσαι πώς κάτι απλό, σχεδόν παιδικό, υπάρχει στο κέντρο της ύπαρξής του.

 

 

Λάκης Παπαστάθης