«Το φως κρατάει ως τις οχτώ. Έλα κατά τις τέσσερις για νά ’χουμε λίγες ώρες μπροστά μας» Ο Κώστας πέντε χρόνια μετά την αναχώρηση του Πάνου, σαν να μην παραδέχτηκε το θάνατό του. Ζούσε κάθε μέρα σαν να ήταν δίπλα του. Φρόντισε να ενοικιάσει το διαμέρισμα που ήταν το ατελιέ του Πάνου και πολλά από τα πράγματα του φίλου του τα άφησε όπως τα βρήκε. Μέσα στο τριάρι της οδού Μετσόβου, πίσω από το Αρχαιολογικό μουσείο, ένιωθες πως τα αποτυπώματα και τα αντικείμενά του κρατούσανε πεισματικά την παρουσία του. Το καβαλέτο, το χαμηλό καρεκλάκι, το σχέδιο του παιδιού του που κάρφωσε με πινέζες στην πόρτα, διάφορα χαρτάκια με ονόματα και τηλέφωνα, λογαριασμοί της ΔΕΗ και τηλεφώνου κολλημένοι με σελοτέιπ στη εσωτερική κάσα της εξώπορτας. Παντού καρφιτσωμένα σχέδια, φωτογραφίες, μικρά έργα. Κυρίως πουλάκια. Ο Πάνος είχε ζωγραφίσει χιλιάδες. Το βλέμμα του είχε ασκηθεί να βλέπει κάθε στιγμή της πτήσης τους. Ένιωθες το ρυθμό της φτερούγας, το μάτι να ψάχνει, το στήθος να χτυπάει, το πόδι να αρπάζεται με τα νύχια στο κλαρί. Ο Κώστας πότιζε στο μπαλκόνι και τις τρείς γλάστρες που ξέμειναν. Τις ζωγράφιζε όπως και ο φίλος του.

Στα πέντε χρόνια από το θάνατό του, το ατελιέ γέμισε με μαθητές και  φίλους. Κάθισαν στα ίδια σκαμνιά, στις ίδιες σαραβαλιασμένες καρέκλες. Βγήκαν τα σωληνάρια, τα πινέλα, στήθηκαν τα τριπόδια, άστραψαν τα βλέμματα. Κάποιοι ποζάριζαν, άλλοι ζωγράφιζαν.  Στα μαγνητόφωνο ακουγόταν η μουσική και τα τραγούδια που αγαπούσε. Κασέτες στοιβαγμένες δίπλα στο παλιό μαγνητόφωνο, γεμάτες σκόνη. Κάποτε ανάμεσα στα τραγούδια ακούστηκε και μια παλιά ηχογράφηση, με τον ίδιο τον Πάνο μισομεθυσμένο να ξελαρυγγίζεται. Ακουγόταν κάπως άγρια και έκανε όλους να σωπάσουν. Σαν τσιριχτός εφιάλτης καθώς η κακή ηχοληψία μαζί με τις φωνές και  τους ήχους σε μεγάλη ένταση, έκανε τη φωνή του αλλόκοτη, χωρίς χαρά, γεμάτη απόγνωση.

Κόλλησαν στα τζάμια της μπαλκονόπορτας και των παραθύρων λευκές διαφανείς κόλλες χαρτιού που μαλάκωναν και γλύκαιναν το φως του ήλιου, ενώ ταυτοχρόνως τους έκρυβαν από τους απέναντι.

Τέσσερεις ώρες σαν μυστική τελετή. Χωρίς δραματικό τόνο. Χωρίς κουβέντες. Το ότι συνέχιζαν τη διαδικασία που σταμάτησε απότομα, ήταν σαν να τον ανέσταιναν. Το ότι ζωγράφιζαν στο ατελιέ του, έφτανε. Το εργαστήριο μύριζε λαδομπογιά και νέφτι.

Ο Πέτρος αντέγραφε στο τελάρο του μια φωτογραφία του Πάνου. Γκρο πλάν. Τον είχε δει μόνο δύο φορές στη ζωή του. Τότε που ήταν ακόμη στη σχολή Καλών Τεχνών. Την πρώτη με ένα σαραβαλιασμένο μηχανάκι που ο Πάνος το οδηγούσε με σαγιονάρες. Είχε πίσω του τον Κώστα και έκαναν τσαλίμια χαρούμενοι. Τη δεύτερη με ένα παλιό αμερικάνικο αυτοκίνητο. Μετά από ένα δείπνο φίλων στου Οικονόμου στα Πετράλωνα, ο Πάνος τους μοίρασε όλους στα σπίτια τους. Το αυτοκίνητο χωρούσε πέντε, αλλά στριμώχτηκαν εννιά. Σώματα αγκαλιασμένα, μισομεθυσμένα και χαρούμενα, που στις άτσαλες στροφές κουτρουβαλούσαν ο ένας πάνω στον άλλον, γίνονταν ένα κουβάρι. Ο Πέτρος θυμόταν πάντα το κορμί και το στήθος της Κατερίνας καθώς σφιγγόταν πάνω του τσιρίζοντας. Στην παρέα τον είχε φέρει ο Κώστας που τον είχε από μικρό υπό την προστασίαν του.

Τώρα το βλέμμα του έπεφτε μια στη φωτογραφία μια στο τελάρο που ζωγράφιζε. Έχει μετρήσει ποτέ κανείς, σκέφτηκε, αυτό το μπαλάκι του πίνγκ-πόνγκ; Απ’ αυτό που βλέπεις σε αυτό που ζωγραφίζεις; Πόσες φορές πηγαινοέρχεται; Τακ, τακ, τακ, τακ. Βιαστική μνήμη δευτερολέπτων που πετρώνει και χάνεται όταν γίνεται σχήμα και χρώμα. Τί συμβαίνει άραγε σ’ αυτό το διάστημα μέσα στο μυαλό, στην ψυχή; Τί ενεργοποιεί την έντασή μου;

‘Έπεσε το φως και το έργο του έμεινε μισοτελειωμένο.

Μετά παράγγειλαν πίτσες και μπύρες. Έφαγαν όλοι μαζί.

Βγαίνοντας τον είδε να περνάει με το μηχανάκι. Σταμάτησε λίγο πιο πέρα σαν να τον περίμενε. Ο Πέτρος έτρεξε και καβάλησε από πίσω. Ξεκίνησαν. Πήραν την Ρεθύμνου ανάποδα. Το ίδιο και την Ηπείρου. Έστριψαν στην Πατησίων αριστερά. Περνούσαν σύριζα από τα τρόλεϊ και τα λεωφορεία που κορνάριζαν. Πανδαιμόνιο. Το μηχανάκι χωρίς να αλλάξει ρυθμό και μην υπολογίζοντας τα φανάρια και τα αυτοκίνητα που έρχονταν καταπάνω του, εξακολουθούσε το δρόμο του. Ο Πέτρος ένιωθε ελαφρύς χωρίς φόβο, σαν να πετούσε χαμηλά. Περνούσαν έτσι τους κεντρικούς δρόμους. Έφτασαν στο Σύνταγμα, στη Φιλελλήνων, στο Στάδιο. Πέρασαν μπροστά από την Πινακοθήκη, έστριψαν δεξιά προς τα Ιλίσια, κατέληξαν στο σπίτι του Πέτρου. Εκεί το μηχανάκι σταμάτησε. Κατέβηκε και κοίταξε τον Πάνο στα μάτια. Ήξερε και την παραμικρή ρυτίδα, τις πρασινογάλαζες ανταύγειες, τις δυο χαρακιές πάνω από τη μύτη. Καθώς τον κοιτούσε, διαπίστωσε πως το πρόσωπο του Πάνου ήταν ίδιο με αυτό της φωτογραφίας. Λες και δεν πέρασε στιγμή από τότε που κάποιος φωτογράφος πάτησε το κλικ. Κοιταζόντουσαν με μεγάλες παύσεις, ακίνητοι. Ο Πάνος δεν είπε λέξη. Μαρσάριζε μόνο λίγο το γκάζι στο μηχανάκι, σαν να είχε να πάει και αλλού.

Όταν ο Πέτρος ξύπνησε, σκέφτηκε πως ούτε ο Λάζαρος μίλησε όταν αναστήθηκε, ούτε η Άλκηστης όταν την έφερε ο Ηρακλής από τον κάτω κόσμο.

Λάκης Παπαστάθης