Στους πρόσφυγες τον έστειλε ένας ποιητής: Όταν ο Νίκος Κούνδουρος επισκέφτηκε την παραγκούπολη των προσφύγων στο Δοργούτι, επιτελούσε ένα συναδελφικό καθήκον. Πήγε να μεταφέρει το μήνυμα του συγκρατούμενού του στο Μακρονήσι ποιητή Άρη Αλεξάνδρου προς τη μητέρα του, που κατοικούσε στο όριο του συνοικισμού, πίσω από το εργοστάσιο Φιξ στη Συγγρού. Ο Κούνδουρος γνώριζε την ύπαρξη των προσφυγικών καταυλισμών που στέγαζαν πρόχειρα ένα εκκατομύριο Ελλήνων της Μικράς Ασίας, αλλά δεν τους είχε περπατήσει ποτέ. Το σκληρό βίωμα της εξορίας, το παρελθόν του, αλλά και οι μισοτελειωμένες σπουδές αρχιτεκτονικής και ζωγραφικής που προηγήθηκαν, τον είχαν προετοιμάσει να <<δει>> σαν καλλιτέχνης τον καταυλισμό. Λες κι ένας σπουδαίος ποιητής γνώριζε πως εκεί έπρεπε να τον στείλει για να ακολουθήσει ο νέος σκηνοθέτης τον δρόμο του κινηματογράφου. Κι αυτό έγινε την κατάλληλη στιγμή, όταν δηλαδή ο Κούνδουρος, μετά από τετράχρονη εξορία, έπαιρνε τη θέση του στην αφετηρία της τέχνης. Ο υπερήφανος άντρας, ο ταπεινωμένος από τόσα και τόσα, αποφασίζει εδώ να ξεκινήσει το έργο του. Η παραγκούπολη έγινε μήτρα της δικής του ποίησης.

Ο ι εξόριστοι ενώνονται με τους πρόσφυγες: Στο μυαλό και την ψυχή του σκηνοθέτη οι εξόριστοι της Μακρονήσου ταυτίζονται, κατά κάποιο τρόπο, με τους πρόσφυγες που ζουν στο Δοργούτι. Όσους γνώρισε στην εξορία ο Νίκος ήθελε να τους βάλει μέσα στο φιλμ. “Βάλε και τον Κατράκη μέσα, κι ας μην τον χρειάζεται και πολύ η αφήγηση, γιατί είναι κι αυτός κατατρεγμένος κι έχει μια παρουσία που κάτι δικό μας κουβαλάει, βάλε τον δάσκαλο με τα γυαλιά να παίξει έναν ρόλο, βάλε τον Θανάση τον Βέγγο που μ’ έσωσε τη ζωή στο Μακρονήσι, βάλε τους συντρόφους που με στήριξαν, τους θέλω δίπλα μου”. Σαν το ήθος της μορφής του φίλου από το Μακρονήσι να το είχε ανάγκη η ταινία περισσότερο από κάθε τι. Από την πρώτη ταινία γίνεται φανερή η πίστη του στην εκφραστικότητα και το ήθος του προσώπου στο σινεμά. “Τα πρόσωπα των ταινιών μου κατάγονται από μια εμπειρία και από μια γνώση του τι σημαίνει ένα πρόσωπο. Έχω πει κάποια φορά ότι το πρόσωπο του ηθοποιού είναι ένα τοπίο ολόκληρο. Ποντάρω, διαλέγω, εκμεταλλεύομαι δραματικά, διαχειρίζομαι αυτό το πρόσωπο και την εικόνα του”. Στο Δοργούτι οι εκατοντάδες προσωπογραφίες που προβάλλονται στο ασβεστωμένο λευκό των χαμόσπιτων και την απλωμένη μπουγάδα, αποτελούν ιστορικό τεκμήριο της εποχής. Το να μελετήσει κανείς αυτά τα πρόσωπα, ίσως είναι ένας άλλος τρόπος να “διαβάσει” τη Μαγική Πόλη. Όπως το βλέμμα των ματιών τους, που θέλει να νικήσει την ταπείνωση και να βγει στον καθαρό αέρα προσδοκώντας μια καλύτερη ζωή σε μια καλύτερη πατρίδα.

Τα εσωτερικά των χαμόσπιτων θέλουν να σε πάνε αλλού: Κάτω από τη σκεπή που μπάζει, πάνω στα τρύπια ντουβάρια, πίσω από τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης, στην πλάτη του κρεβατιού και του καναπέ, καρφωμένες εικόνες που θέλουν να δείξουν την άλλη όψη, το μέσα βλέμμα των ανθρώπων, πέρα από τη φτώχια και τη μίζερη ζωή. Εξωτικές τοποθεσίες, Γενοβέφες, η μπάντα με την κεντημένη Ακρόπολη που λάμπει. Οι εικόνες αυτές συμπυκνώνουν <<κάτι το ωραίον>>, το μακρινό, το ευγενές, το πολιτισμένο. Άλλωστε κάποιοι από τους πρόσφυγες έφυγαν από θρυλικές κοσμοπολίτικες πολιτείες με λάμψη και πλούτο για να καταλήξουν στα λασπόνερα, για δεκαετίες στις παραγκουπόλεις, που λες κι ήταν κρυμμένες από τις μεγάλες πόλεις και την πρωτεύουσα. “Αυτές οι εικόνες ήταν το κάλεσμα του πρόσφυγα προς τον έξω κόσμο…μπες κι εσύ στο σπιτάκι μου το φτωχικό, κάτσε κρεμασμένη στον τοίχο, είτε είσαι Ακρόπολη, είτε είσαι μια ωραία γυναίκα, είτε είσαι μια ωραία ακρογιαλιά, να μπαίνω να σε βλέπω και εσένα μέσα στο σπίτι μου να στέκεσαι όμορφα, να μην βλέπω τη μάνα μου, τις άπλυτες κατσαρόλες, τη φτώχεια, τους τενεκέδες. Να βλέπω αυτό το κλέος εκεί πέρα. Ήταν η απελπισμένη προσπάθεια του στριμωγμένου να φέρει μέσα από τη στεναχώρια κάτι που λάμπει και να το κάνει δικό του”.

Η θέση της μηχανής στην Μαγική Πόλη “μιλάει”: Για πρώτη φορά στον ελληνικό κινηματογράφο ο σκηνοθέτης καταλαβαίνει πως η θέση της κινηματογραφικής μηχανής αποτελεί πνευματική και ηθική στάση του αφηγητή. Βλέπει πέρα από την ιστορία, πέρα από τη δράση. Όταν ο σκηνοθέτης λέει <<εδώ ας σταθώ, κι από ‘δω θα κοιτάξω τον κόσμο>> κοιτάζει ταυτοχρόνως αυτό που ο φακός συλλαμβάνει, αλλά και μέσα του. Είναι μια επιλογή που δημιουργεί το προσωπικό του ύφος, την ποίηση της γραφής του. Στην Μαγική Πόλη ο Κούνδουρος κυριολεκτικά πλουτίζει την αφήγηση με τη θέση της μηχανής και αποκαλύπτει ταυτοχρόνως τη δική του στάση απέναντι στα αφηγούμενα. Κι αυτό δεν γίνεται ποτέ τυχαία, ούτε σχετίζεται με την αισθητική καλλιέπεια. Η δύναμή του είναι το διαρκές παιχνίδι του βλέμματος που επιτάσσει η μηχανή να είναι χαμηλά για να βλέπει κομμάτια χώμα και λασπόνερα, ή να σκοπεύει τον ουρανό για να ξεφεύγει από τη μιζέρια, παίρνοντας ανάσες ζωής. Οι λήψεις της συνοικίας από ψηλά μοιάζουν με σύγχρονη εικαστική εγκατάσταση άτακτα αυτοσχεδιαστική. Τα πρόσωπα του έργου φιλμάρονται πάντα από μια μέση απόσταση, χωρίς να απομονώνονται από τον χώρο, χωρίς κατάχρηση κοντινών πλάνων. Δεν τα ξεκολλάει εύκολα από το σύνολο. Λελογισμένες είναι και οι κινήσεις της μηχανής, χωρίς εφέ, χωρίς επίδειξη δεξιοτεχνίας.

Ερωτισμός στον ελληνικό κινηματογράφο για πρώτη φορά: Μέχρι τότε ο ερωτισμός ήταν απαγορευμένος για τον ελληνικό κινηματογράφο. Βλέπαμε μόνον αγκαλιές και φιλιά κάπως συμβατικά, θεατρικά. Κι όταν κάποια στιγμή πήγαινε να φανεί κάτι περισσότερο η εικόνα έσβηνε σε μαύρο. Η Μαγική Πόλη όμως- εκτός και εντός παραγκούπολης- δεν φοβάται να δείξει σκηνές που προκαλούν ερωτικό αίσθημα. Υπάρχουν πέντε μικρές σκηνές ερωτικότατου γυναικείου χορού, αλλά και πολλές γυναίκες στο λούνα παρκ με προκλητική σεξουαλική παρουσία. Η αγαπητικιά του <<κακού>> Στέφανου Στρατηγού, γεμάτη πρόκληση, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι ενός ξενοδοχείου με τα ρούχα και τις γόβες της, καλώντας δίπλα της τον Στέφανο Στρατηγό που ξαπλώνει κι αυτός ντυμένος με κοστούμι και παπούτσια. Οι ερωτικές περιπτύξεις τους μπροστά στα μάτια των φτωχών του συνοικισμού μοιάζουν με ερωτικό δόλωμα των καταπιεσμένων. Αλλά και μέσα στο Δοργούτι η σχέση του Φούντα με την γυναίκα του ναυτικού- μια ερωτικότατη κοπέλα που δυστυχώς χάθηκε για τον κινηματογράφο μας- είναι φανερό πως καθορίζεται από την σεξουαλική επιθυμία. Ο σκηνοθέτης στην Μαγική Πόλη δείχνει τον ερωτισμό να συνδέεται με τους αρνητικούς ήρωες, τα πρόσωπα του ‘’κακού’’, που τον προσφέρουν στους στερημένους για να κάνουν τη δουλειά τους. Στην ταινία- όπως στα περισσότερα κείμενα των αριστερών συγγραφέων της εποχής- ο ερωτισμός νικιέται από την αγνή αγάπη. Εδώ την εκφράζει ένα κορίτσι του συνοικισμού που το παίζει η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου. Έχει όλα τα προσόντα. Κοινή καταγωγή, νιάτα, ήθος, ομορφιά ανυστερόβουλη αγάπη, πίστη στη ζωή και στον αγώνα της. Οι ερωτικές εικόνες θα καθορίσουν τον κινηματογράφο του Νίκου Κούνδουρου σ’ όλη του τη ζωή. Η Μαγική Πόλη έκανε τη ρήξη μ’ έναν υποκριτικό συντηρητισμό που δεν χαρακτήριζε μόνο την αστική κοινωνία και τον εμπορικό κινηματογράφο της εποχής αλλά και τον κόσμο της αριστεράς. Στις επόμενες ταινίες του από τις Μικρές Αφροδίτες, Το Πρόσωπο της Μέδουσας, το Μπορντέλο κλπ, ο ερωτισμός του γίνεται πιο σκοτεινός, πιο πολυσήμαντος. Ακουμπάει την ποίηση. Φαντάζομαι τον σκηνοθέτη να ντύνει ο ίδιος τα κορίτσια, να τα κινεί στον κόσμο του έργου του. Με σεβασμό και πίστη σ’ αυτό το βαθειά ανθρώπινο ένστικτο που παίρνει χιλιάδες μορφές στην τέχνη.

Ο Μάνος Χατζιδάκις βρίσκει το δρόμο του: Το 1946 ο Χατζιδάκις σε ηλικία εικοσιενός χρονών έγραψε την πρώτη του μουσική στον κινηματογράφο για την ταινία Αδούλωτοι Σκλάβοι του Βίωνα Παπαμιχαήλ. Μέχρι τη συνάντησή του με τον Κούνδουρο έγραψε μουσική και σε κάποιες άλλες ταινίες του εμπορικού κινηματογράφου, κυρίως για λόγους βιοποριστικούς. <<Όταν γνώρισα τον Χατζιδάκι δούλευε στου Φιξ και μετρούσε καφάσια με μπίρες. Για το μεροκάματο. Γνωριστήκαμε μέσω των μανάδων μας που ήταν φίλες. Τότε η αμερικάνικη υπηρεσία πληροφοριών έφερνε στην Ελλάδα μεγάλα κιβώτια γεμάτα άχυρα που μέσα είχαν δίσκους  78 στροφών με μουσική σύγχρονων και παλαιότερων σπουδαίων μουσικών. Εγώ τότε είχα βρει τον τρόπο να κλέβω κάποιους απ’ αυτούς τους δίσκους και να τους πηγαίνω στον Μάνο. Αυτοί οι δίσκοι του έμαθαν πολλά. Εκ των υστέρων ευχαριστούμε την αμερικάνικη υπηρεσία πληροφοριών. Όταν αποφασίσαμε να γυρίσουμε την Μαγική Πόλη καθόμασταν στα σκαλιά των σπιτιών μας και συζητούσαμε>>. Από την Μαγική Πόλη και λίγο αργότερα στον Δράκο, την Στέλλα αλλά και σε πολλές εμπορικές ταινίες του Φίνου θα επεξεργαστεί μουσικά, με τον δικό του τρόπο, λαϊκά μοτίβα κυρίως του ρεμπέτικου τραγουδιού που θα αποτελέσουν τη βάση της μουσικής του. Ο κατά δεκατέσσερα χρόνια μεγαλύτερός του Νίνο Ρότα, την ίδια περίπου εποχή, έκανε το ίδιο με ιταλικά λαϊκά μοτίβα. Έχει από το 1952 αρχίσει τη συνεργασία του με τον Φελίνι γράφοντας μουσική στον Λευκό Σεΐχη και η σταθερή συνεργασία τους θα βάθαινε ολοένα και περισσότερο, σαν ο ένας να αποτελούσε για τον άλλον αναντικατάστατη παρουσία στην κοινή τους δημιουργία. Δυστυχώς η συνεργασία του Κούνδουρου με τον Χατζιδάκι μετά την Μαγική Πόλη, τον Δράκο και το Ποτάμι δεν συνεχίστηκε σταθερά και για πολλά χρόνια. Ο καθένας ακολούθησε τον δρόμο του. Έμειναν βέβαια οι θαυμάσιες μουσικές του σ’ αυτές τις ταινίες. Στην Μαγική Πόλη νιώθεις τη μουσική του σαν χάδι. Εκφράζει συναισθηματικά και ρυθμικά το κέντρο κάθε σκηνής με τα επεξεργασμένα από τον ίδιο λαϊκά μοτίβα. Η μουσική συνοδεύει το ξύπνημα της πόλης όταν με το πρώτο φως ο κόσμος της εργατιάς πάει στη δουλειά του. Βλέπουμε τα τραμ να ξεκινάνε, τα πρωινά αυτοκίνητα να φεύγουν για να μοιράσουν γάλα στα σπίτια, το φως να πρωτοσκάει στο λόφο της Ακρόπολης και στα νεοκλασικά της Αθήνας που λες και κρύβουν τη γούβα με τον συνοικισμό. Η μουσική του στη σκηνή της περιγραφής της ζωής στη συνοικία με την λατέρνα του Αρμάου να παίζει έχοντας γύρω της τα παιδιά ή η μουσική που συνοδεύει την έξοδο του Φούντα και της Μαργαρίτας στον καθαρό αέρα, μας γεμίζει ανθρωπιά και αισιοδοξία. Ωστόσο διαφορετικά είδαν τα πράγματα στην ετήσια καλλιτεχνική ανασκόπηση μερικοί από τους διανοούμενους της τότε αριστεράς από τις στήλες του περιοδικού ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ. “Θέλει τη μουσική του να ξεπερνάει την εικόνα. Ο Μάνος Χατζιδάκις μπορεί να φτιάχνει καλά τραγούδια στο κακό είδος που υπηρετεί, τα μπουζούκια. Η μουσική του όμως είναι κακή όταν πρόκειται να συνοδεύσει την εικόνα. Η κινηματογραφική μουσική δεν είναι ούτε γλυκερά ακκομπανιαμέντα ούτε σπαραξικάρδιες πενιές”. Προς το τέλος της Μαγικής Πόλης ο Χατζιδάκις “εξαφανίστηκε” και τη μουσική της τελευταίας σκηνής έγραψε ο Αργύρης Κουνάδης. Είχε γίνει τακτικός συνεργάτης του Φίνου και έκανε πανελλήνια επιτυχία με το Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο του Αλέκου Σακελλάριου. Όμως λίγο μετά στον Δράκο θα ξανασυνεργαστεί με τον Κούνδουρο και θα έχει τη δική του σπουδαία συμμετοχή σ’ ένα έργο που όλοι σήμερα παραδέχονται πως είναι ογδόντα χρόνια μπροστά από την εποχή του. Με την Στέλλα και τον Δράκο ο Χατζιδάκις έρχεται πιο κοντά στον Νίνο Ρότα και κατανοεί δημιουργικά την πηγή του έργου του που είναι η λαϊκή μουσική

Οι ηθοποιοί της Μαγικής Πόλης: Ο Μάνος Κατράκης μοιάζει να αναπαριστά την πρώτη επίσκεψη του Νίκου Κούνδουρου στο Δοργούτι. Δεν μετέχει στη δράση της ταινίας απλώς περιφέρεται στα σοκάκια της συνοικίας. Πάνω στην εξαίρετη κίνηση, το βαθύ βλέμμα και τη λιγνή ασκητική κορμοστασιά θα ακουστούν τα λόγια που έγιναν για τον Νίκο η αιτία να αποφασίσει να γυρίσει εδώ την ταινία…”Μ’ αρέσει αυτή η γειτονιά, έτσι όπως είναι χωμένη μες την πολιτεία, δίπλα στη μεγάλη λεωφόρο, στριμωγμένη, λες και πάει να σκάσει. Το κάθε σπιτάκι κολλητά με το άλλο. Μια σανίδα τα χωρίζει. Ακούς τις κουβέντες του διπλανού σου, ξέρεις τι ώρα ξυπνάει το πρωί, τι ώρα κοιμάται”. Ο Κατράκης παίζει την εμβόλιμη σκηνή του αφηγητή σαν να λέει στον σκηνοθέτη,…”Νίκο είμαι δίπλα σου, θέλω κι εγώ να παίξω σ’ αυτό το φιλμ”. Ο Κούνδουρος διαλέγει για έναν σημαντικό ρόλο τον Θανάση Βέγγο. Γνωρίστηκαν στο Μακρονήσι. Από τότε συνδέθηκαν με στενή φιλία που κράτησε μια ζωή. Ο Θανάσης βοηθούσε σ’ όλες τις δουλειές του γυρίσματος. Στο τελευταίο γύρισμα έφερε στο Δοργούτι τον πατέρα του για να παίξει σαν κομπάρσος! Από το πλατώ ο Βέγγος έφευγε πάντα τελευταίος αφού πρώτα σκούπιζε και καθάριζε το χώρο. Ο Κούνδουρος του έδινε μια δραχμή για να πάει με το λεωφορείο σπίτι του, κάπου στο Φάληρο, κι αυτός προτιμούσε να πάει με τα πόδια για να δώσει την δραχμούλα στην οικογένειά του. Όσοι θυμούνται τον Θανάση Βέγγο στην καθημερινή του ζωή, πριν αρχίσει να παίζει στον κινηματογράφο, βεβαιώνουν πως ο ηθοποιός Βέγγος είναι ο Βέγγος της ζωής του, με τις ίδιες κινήσεις, τον ίδιο ρυθμό, το ίδιο βλέμμα. Ως ηθοποιός εκεί στηρίχθηκε και με τον καιρό πλούτισε την παρουσία του με σοφία και μέτρο. Με την Μαγική Πόλη ο Κούνδουρος τον προτείνει στον ελληνικό κινηματογράφο. Άλλη μια προσφορά αυτής της ταινίας. Το ίδιο συμβαίνει και με το ερωτικό ζευγάρι, τον Γιώργο Φούντα και την Μαργαρίτα Παπαγεωργίου. Καινούρια πρόσωπα που λάμπουν. Τα επιλέγει και τα δημιουργεί ο σκηνοθέτης διδάσκοντάς τα να παίζουν φυσικά χωρίς θεατρικότητα. Είναι απολύτως πειστικά σ’ αυτό που εκπροσωπούν. Ο Φούντας θα κάνει μεγάλη καριέρα για δεκαετίες. Η Μαργαρίτα- άγνωστο για ποιο λόγο- έφυγε από τον κινηματογράφο. Θα προλάβει όμως να παίξει στον Δράκο. Οι δύο παρουσίες της στις ταινίες του Κούνδουρου είναι νομίζω αρκετές για να αποκτήσει τον δικό της μύθο στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Η συμμετοχή του Μίμη Φωτόπουλου στην Μαγική Πόλη πρέπει ιδιαιτέρως να επισημανθεί. Ανταποκρίθηκε στο προσκλητήριο του Κούνδουρου να παίξει ένα μικρό ρόλο, προφανώς γιατί και ο ίδιος πίστευε στον πολιτικό στόχο της ταινίας που ήταν να ενεργοποιήσει το ενδιαφέρον του κόσμου και των πολιτικών για την τύχη των προσφύγων που για περισσότερα από τριάντα χρόνια έμεναν σε συνθήκες αθλιότητας. Άλλωστε το παρελθόν του Φωτόπουλου με την συμμετοχή του στην αντίσταση ως μέλος του Ε.Α.Μ., με τη σύλληψή του στα Δεκεμβριανά και με την εξορία του από τους Εγγλέζους, ερμηνεύει την απόφασή του να παίξει έναν τόσο μικρό ρόλο σε μια εποχή που ήταν ήδη θιασάρχης και είχε κάνει μεγάλες επιτυχίες στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ο Φωτόπουλος ένιωθε πως ήταν ανάμεσα σε φίλους και συναγωνιστές, και σίγουρα πίστευε πως αυτή η ταινία ήταν μια πολιτική πράξη. Ο ίδιος ο ρόλος ήταν, πιστεύω ένας επιπλέον λόγος. Έπαιζε κάποιον που συμμετείχε στην συμμορία του υποκόσμου αλλά στο βλέμμα και στα λόγια του ένιωθες τη συμπάθεια και τον πόνο για τα υποψήφια θύματα. Σαν να ήταν η άλλη συνείδηση των παρανόμων ή σαν να προήρχετο από τον κόσμο της λαϊκής τάξης που αλλοτριώθηκε αλλά ακόμη κρατάει την ανθρωπιά του. Ίσως ο Φούντας και η παρέα του κάποτε να κατέληγαν σαν κι αυτόν. Ο Στέφανος Στρατηγός σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες του στον κινηματογράφο. Ήταν τότε τριανταενός χρονών και προερχόταν από μια οικογένεια που γονείς και αδελφές ήταν ηθοποιοί. Είχε ήδη κάνει μια αξιοσημείωτη καριέρα στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ο δεύτερος ρόλος του “κακού” στην Μαγική Πόλη τον σχηματοποίησε για πάντα, και για τις ογδόντα περίπου ταινίες που γύρισε συνολικά. Ίσως αυτή η σχηματοποίηση να τον αδίκησε σαν ηθοποιό, αλλά εξηγείται από το γεγονός πως ο παλιός εμπορικός κινηματογράφος, που για δεκαετίες υπηρέτησε ο Στέφανος Στρατηγός, στήριξε τα σενάρια και τις ερμηνείες στους ανθρώπινους τύπους κι αυτό διευκόλυνε τους θεατές να ταυτίζονται εύκολα και μονοσήμαντα με ηθοποιούς και ρόλους και όχι με την μοναδική, την ανεπανάληπτη ύπαρξη που ο καθένας φέρει μέσα του. Στην Μαγική Πόλη αυτό το ανακάτεμα νεοεμφανιζόμενων ηθοποιών, ερασιτεχνών, δίπλα δίπλα με φτασμένους ηθοποιούς, είναι κάτι που θα συμβεί πολλές φορές, πολύ δημιουργικά, και στις ταινίες πολλών σκηνοθετών του νέου ελληνικού κινηματογράφου.

Η Μαγική Πόλη και η αριστερά: Η Μαγική Πόλη τελειώνει με το μήνυμα της αλληλεγγύης. Όλοι οι πρόσφυγες προσφέρουν χρήματα για να σωθεί το φορτηγό του Φούντα από την κατάσχεση λόγω χρεών. Μήνυμα ανθρωπιάς και ελπίδας, λαϊκής συμπαράταξης. Όμως οι διανοούμενοι της αριστεράς, παρά το ότι δεν ήταν αρνητικοί, ήθελαν περισσότερο ιδεολογικό βάθος. “Στο σενάριο παρουσιάζεται η μεγαλύτερη έλλειψη ποιότητας. Οι σεναριογράφοι μας- νεαροί διανοούμενοι οι περισσότεροι- δίνουν πιο πολύ σημασία στα καθέκαστα της πλοκής παρά στο ιδεολογικό βάθος του κειμένου τους”. Για τον σκηνοθέτη όμως δεν τσιγκουνεύτηκαν τους επαίνους. “Η μεγάλη έκπληξη της χρονιάς ήταν αναμφισβήτητα ο Νίκος Κούνδουρος. Η πρώτη ταινία του Μαγική Πόλις, παρ’ όλες τις θεματικές αδυναμίες της, μας αποκάλυψε έναν σκηνοθέτη με ταλέντο, με οξυμμένη αίσθηση της λεπτομέρειας, με το πάθος της πλαστικής φωτογραφίας. Η νέα του ταινία Δράκος θα μας δείξει σίγουρα την εξέλιξή του”. Που να ΄ξεραν!

Όποτε περνάω από εκεί σκέφτομαι την Μαγική Πόλη: Ο συνοικισμός με τις παράγκες θα κατεδαφιστεί στα τέλη του 1964, μετά από σαρανταδύο χρόνια! Δέκα χρόνια μετά το γύρισμα της Μαγικής Πόλης! Γενιές προσφύγων έζησαν εκεί με το όραμα της μακρινής πατρίδας. Η ταινία του Κούνδουρου έχει διασώσει την εικόνα της παραγκούπολης και κάτι από τον σφυγμό της ζωής της. Παρά την μυθοπλασία, η ντοκιμαντερίστικη υφή της την καταγράφει σαν ένα κομμάτι της περιπέτειας του Μικρασιατικού Ελληνισμού που άντεξε μισό περίπου αιώνα μέσα στα λασπόνερα και τη φτώχεια. Ένας παλιός κινηματογραφιστής μου είπε κάποτε πως οι πιο τακτικοί πελάτες των κινηματογράφων ήταν οι πρόσφυγες που πήγαιναν εκεί για να ζεσταθούν στην αίθουσα, αφού τα σπίτια τους δεν μπορούσαν να τους κρατήσουν μέσα. Συνδυασμός ζέστης και νοητού ταξιδιού σε μια ζωή που δεν ήταν δική τους. Από την κατεδάφιση του συνοικισμού υπάρχει κι ένα μικρό διαφημιστικό φιλμάκι επικαίρων που δείχνει τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου να επισκέπτεται τον συνοικισμό και με το μυστρί να εγκαινιάζει τις εργασίες για τη δημιουργία του νέου σύγχρονου συνοικισμού. Κοστουμαρισμένος περπατάει στον χωματόδρομο της συνοικίας τόσο άβολα και διστακτικά, που νομίζεις πως κινδυνεύει να σκοντάψει και να πέσει στο χώμα.