Δεν θα προσποιηθώ πως δεν τον γνωρίζω για να γίνει τάχα πιο αμερόληπτη η κρίση μου. Όχι, με τον Γιάννη Κιουρτσάκη είμαστε φίλοι κι’ αυτό το κείμενο είναι από φίλο προς φίλο. Υπήρξε δάσκαλος και εξακολουθεί να είναι πνευματικός συνομιλητής εδώ και πολλά χρόνια.

Θεωρώ σημαντικό το πρώτο βιβλίο του, το Ελληνισμός και Δύση στο στοχασμό του Σεφέρη, αλλά νομίζω πως ο συγγραφέας βρήκε το δρόμο του στο δεύτερο, το Προφορική Παράδοση και Ομαδική Δημιουργία. Τότε έτυχε να τον γνωρίσω. Αφορμή ήταν ένα Παρασκήνιο. Δίπλα ή πίσω από τον μπερντέ του Μάνθου Αθηναίου, η κάμερα έδειχνε τον Κιουρτσάκη να σχολιάζει σκηνές του Θεάτρου Σκιών. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη στιχομυθία που ο Καραγκιόζης ζητούσε δουλειά από τον Μπέη.

Μπέης: Πες μου, Καραγκιόζη, ξέρεις να ποτίζεις;

Καραγκιόζης: Ξέρω!

Μπέης: Ξέρεις να πλένεις σκάλες;

Καραγκιόζης: Ξέρω!

Μπέης: Ξέρεις να μαγειρεύεις;

Καραγκιόζης: Ξέρω!

Μπέης: Ξέρεις…

Καραγκιόζης: Ξέρω!

Μπέης: Τι ξέρεις;

Καραγκιόζης: Ξέρω εγώ τι ξέρω;

Αυτό το «ξέρω εγώ τι ξέρω;» με συνόδευε από τότε για πολλά χρόνια, αλλά όλες οι ερμηνείες μου γι’ αυτήν την αινιγματική φράση είχαν σχέση με τους ανθρώπους της λαϊκής παράδοσης, που γνώριζαν, χωρίς να το ξέρουν, τις αξίες του προφορικού πολιτισμού μας. Εικοσιτρία χρόνια μετά, ξαναπροβάλλεται το Παρασκήνιο σε μια εκδήλωση για τον Καραγκιόζη στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης. Έτσι βλέπω πάλι τον φίλο μου όπως ήταν αποτυπωμένος στο φιλμ του ’84. Τώρα το «ξέρω εγώ τι ξέρω;» δεν απευθυνόταν σε άλλους αλλά αφορούσε τον ίδιο τον συγγραφέα.

Μυστήριο που είναι ο χρόνος! Τότε δεν έβλεπα τι είχε μέσα του, τι γνώριζε ο Κιουρτσάκης. Ούτε ο ίδιος ήξερε τι ήξερε. Εικοσιτρία χρόνια μετά, ένα φιλμάκι, μας γυρίζει πίσω στο χρόνο και ξαναβλέπουμε το τότε από τη σκοπιά του τώρα, βλέπουμε τον ίδιο άνθρωπο αλλιώς. Σαν να είναι άλλος.

Ένιωσα, λοιπόν, βλέποντάς τον ξανά, να χορεύουν μέσα του τα καινούργια έργα  που ακόμα δεν είχε γράψει. Ήταν σαν μυθικά όντα που δεν είχαν  πάρει ακόμα μορφή. Στην προφορική μας επικοινωνία τότε, έβγαιναν θραύσματα, κομμάτια κι αποσπάσματα από τα βιβλία που θα ακολουθούσαν. Δεν ήταν όμως έτοιμα, ολοκληρωμένα μέσα του, ήταν η πρώτη ύλη τους, γιατί καθώς τα έγραφε αυτός ο μαραθωνοδρόμος, ή μάλλον ο αθλητής μεγάλων αποστάσεων της γραφής, συνειδητοποιούσε πως το υλικό έπαιρνε μορφή, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα. Γιατί εκτός των άλλων, ο Κιουρτσάκης μας έμαθε πως το έργο γεννιέται προϊούσης της διαδικασίας της γραφής, αυτό που «ξέρουμε» πριν αρχίσουμε να γράφουμε, το γνωρίζουμε γράφοντας. Αλλιώς δεν υπάρχει, φεύγει από τους πόρους του δέρματός μας στο σύμπαν ή βρικολακιάζει την ύπαρξή μας.

Η ημερολογιακή καταγραφή αυτής της περιπέτειας της συγγραφής είναι δυνατόν να αποτελέσει μυθιστόρημα; Ο Κιουρτσάκης απαντά ναι. Το βιβλίο του έργου και του χρόνου το αποδεικνύει  στη πράξη, όχι θεωρητικά.  Από την πρώτη καταγραφή στην Εκάλη την 21 Δεκεμβρίου 1986 εώς την 21 Σεπτεμβρίου 2006 στην Αθήνα -είκοσι χρόνια!- το ντοκιμαντερίστικο υλικό του κόσμου και του τόπου μας, τα γεγονότα και τα πρόσωπα, μυθιστορηματοποιούνται γιατί μπλέκονται με το βλέμμα, την ψυχή και το σώμα του βασικού ήρωα που είναι ο συγγραφέας. Το εγώ του είναι το ερευνητικό όργανο σ’ αυτή τη μυθοπλασία.  Νιώθει κανείς, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, πως ο συγγραφέας είναι ο ήρωας μιας ιδιότυπης δραματουργίας και ταυτοχρόνως πως ο εαυτός του  -ο άγνωστος εαυτός του που συνεχώς ανακαλύπτει – είναι και οι άλλοι, πιο πολύ οι άλλοι απ’ ό,τι η προσωπική του διαδρομή. Θα γράψει: … το κλείσιμο του συγγραφέα στο εργαστήρι του, όσο κι αν φαίνεται μια υπόθεση που αφορά μόνο αυτόν τον ίδιο, μια υπόθεση αυτοαναφορική, είναι στο βάθος μια κίνηση προς τον άλλον, μια κίνηση ετεροαναφορική, γιατί αναφέρεται πάντα στον κόσμο όπου ζει και ο συγγραφέας και που, έτσι ή αλλιώς, τρέφει το έργο του. Έτσι, η μαθητεία της τέχνης είναι και μαθητεία της ζωής.

Ο Κιουρτσάκης συνθέτει τον ημερολογιακό με τον οντολογικό υποκειμενικό χρόνο. Η σύνθεση αυτή περιμένει τον αναγνώστη για να ξαναρχίσει να κινείται μαζί με τον δικό του προσωπικό χρόνο. Κι όταν αυτό συμβεί, ο συγγραφέας γίνεται επίσης «άλλος» στην ψυχή και το σώμα του αναγνώστη.

Και μη βιαστεί κανείς να κατατάξει αυτό το βιβλίο σαν μια ακόμα αυτοβιογραφία. Δεν πρόκειται περί αυτού. Το αντίθετο. Δεν αφηγείται  την ιστορία της ζωής του αλλά μετουσιώνει τη ζωή του σε έργο. Μυθιστορηματοποιεί τη ζωή του, δεν μυθοποιεί τον εαυτό του. Από την αρχή θέλει να εξερευνήσει μέσω μιας ιδιαίτερης ζωής, την ίδια τη ζωή. … αισθάνομαι ότι όλα τα πρόσωπα που, επώνυμα ή ανώνυμα, εμφανίζονται στο βιβλίο, αρχίζοντας από το δικό μου, δεν είναι αυτό που είναι στον καθημερινό τους βίο, αλλά η μυθιστορηματική μεταφορά τους: μεταφορά από τον τόπο της ζωής στον τόπο της λογοτεχνίας, απ’  όπου δείχνουν προς κάτι άλλο, προς ένα κόσμο που τα υπερβαίνει και που, ωστόσο, είναι σάρκα από τη σάρκα μας, κομμάτι του εαυτού μας. 

Σε όλα τα βιβλία του Κιουρτσάκη υπάρχουν πολλές παραλλαγές πάνω στα ίδια θέματα. σαν να υπάρχει η μανιώδης αναζήτηση του «άλλου» που είναι ταυτοχρόνως το ίδιο. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως και στα τρία βιβλία της τριλογίας (Σαν Μυθιστόρημα, Εμείς οι Άλλοι, Το βιβλίο του έργου και του χρόνου) η φράση το ίδιο και το άλλο αποτελεί τον υπέρτιτλό τους.

Από την ανάγνωση των πρώτων έργων του, που παρουσιάστηκαν με δοκιμιακή μορφή (Προφορική Παράδοση και Ομαδική Δημιουργία, Καρναβάλι και Καραγκιόζης) είχα πάντα την εντύπωση ότι ο συγγραφέας ήταν το πάσχον πρόσωπο ενός δραματικού αφηγηματικού έργου  που φορούσε όμως τη μάσκα του δοκιμιογράφου. Με τον καιρό, ωριμάζοντας, συνειδητοποιεί πως τα κείμενά του είναι κυρίως λογοτεχνία. Στο Σαν Μυθιστόρημα το τολμάει και το δηλώνει στον τίτλο. Με το τελευταίο βιβλίο του, το μεικτό αλλά «νόμιμο», δεν αμφιβάλλω πως ο Κιουρτσάκης ανήκει οριστικά στο χώρο των πιο σημαντικών λογοτεχνών μας.

 

Λάκης Παπαστάθης