Το ντοκιμαντέρ που συνοδεύει το αφιέρωμα του ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ στον Μανόλη Αναγνωστάκη δεν θα ήταν δυνατό να πάρει αυτή τη μορφή αν δεν είχε προηγηθεί η μικρή, εκτός εμπορίου, έκδοση του ΥΓ την ίδια χρονιά. Ελάχιστες λέξεις σκορπισμένες σε μεγάλα κενά, στη θάλασσα της άγραφης σελίδας. Σαν οι υπόλοιπες λέξεις από ένα άγνωστο ποίημα να έχουν σβηστεί, να τις ρούφηξε το κενό, η λευκότης του χαρτιού. Όμως, διαβάζοντας, ένιωθες πως το ποιητικό αίσθημα ήταν πλήρες. Κι όταν έριχνες το βλέμμα σου στο κενό που προϋπήρχε και ακολουθούσε, αισθανόσουν πως αυτό το κενό καθόριζε δραστικά το ποιητικό αποτέλεσμα. Σαν να κολυμπούσαν οι λέξεις μέσα σ’ αυτό. Σχεδόν αμέσως διαισθανόσουν πως η λευκότητα του άδειου μετατρεπόταν σε σιωπή, σε απουσία ήχου. Από αυτή την αίσθηση ενός φανατικού αναγνώστη του ΥΓ ίσως να ξεκίνησε το εύρημα της ταινίας για τη σιωπή και την ποίηση που ανάβλυζε από αυτήν.

Όταν άρχισε να μας μιλάει μπροστά στο φακό παρατήρησα πως υπήρχαν στο λόγο του μεγάλες παύσεις. Σαν ο Αναγνωστάκης να έψαχνε να βρει με ακρίβεια τη λέξη και τη φράση που θα ακολουθούσε ή ακόμα το συναισθηματικό κλίμα, τον τόνο της ομιλίας. Τότε φαινόταν σα να ξεχνούσε εντελώς τη μηχανή και το συνεργείο. Στις σιωπές του εγώ «άκουγα» τη ποίησή του, που κυριολεκτικά την είχα μάθει απ’ έξω. Σιγοψιθύριζα χωρίς να ακούγομαι, πολλές φορές σαν παιχνίδι, άλλες με συναισθηματική φόρτιση, στίχους του, που με κάποιο τρόπο σχετίζονταν με τα λεγόμενά του. Αργότερα στο μοντάζ προσπάθησα να αναπαραστήσω αυτή τη λειτουργία του γυρίσματος. Ηχογράφησα τους στίχους-σχόλια και γέμισα τις σιωπές της καθημερινής ομιλίας του ποιητή. Οι στίχοι αυτοί ήταν σαν στιγμιαίες φωτοβολίδες που φώτιζαν τα νοήματα και το κλίμα της συνέντευξης.

Αυτές οι παύσεις, η σιωπή που τρύπωνε στον καθημερινό προφορικό λόγο του Μανόλη Αναγνωστάκη ένιωθες πως ήταν η περιοχή, το ψυχικό τοπίο της ποίησής του, ο άλλος Αναγνωστάκης. Σαν να γεννιόταν εκεί η συμπύκνωση του καθημερινού και για να γίνει αυτό έπρεπε ν’ αλλάξει ο ρυθμός της τρέχουσας ομιλίας, να έχει μεγαλύτερα κενά όπως στην καλή δραματουργία που οι παύσεις και η σιωπή δημιουργούν βάθος και συγκίνηση.

Αυτή η σιωπή στις τρύπες των λέξεων, των φράσεων και των παραγράφων είναι μία από τις τρεις όψεις της σιωπής που καθόρισαν τη ζωή και το έργο του Αναγνωστάκη. Η άλλη ήταν η αποφασισμένη από τον ίδιον σιωπή της ποίησής του. Συνειδητή επιλογή και στάση ζωής. Πράξη ζωής.

«Από το 1971 δεν έχω γράψει τίποτα που να εντάσσεται σ’ αυτό που λέμε ποίηση. Από πολλούς αυτό θεωρείται σαν ακατανόητο. Μερικοί μου λένε ότι είναι μια προδοσία της ποίησης κλπ. Εδώ και χρόνια το ενδιαφέρον μου για τον ποιητικό λόγο μειώνεται. Δεν διαβάζω και πολλή ποίηση, δεν παρακολουθώ και, όπως είχα πει και σε μια συνέντευξη, δεν αισθάνομαι πια σαν αθλητής στον στίβο, αλλά σαν φίλαθλος στις κερκίδες και συχνά όχι καλός φίλαθλος. Η ποίηση σαν μια γλώσσα που δεν αφηγείται, που δεν περιγράφει, που δεν διδάσκει με αυτόν τον χρηστικό τρόπο της διδασκαλίας, αλλά που τείνει στην όσο γίνεται μεγαλύτερη συμπύκνωση, στο να βγάλει το απόσταγμα των πραγμάτων, έχει σαν κυριότερο εχθρό της τη φλυαρία, την πολυλογία, την περιττολογία. Σέβομαι τους πολυγράφους ποιητές, αλλά δεν πιστεύω πως ο ποιητής μπορεί να συγκινείται εξίσου από όλα. Η ποίηση είναι μια δυνατότητα έκφρασης. Θα μείνει κανείς μόνο σ’ αυτή τη δυνατότητα ή θα επιχειρήσει να εκφραστεί και με άλλους τρόπους ή ακόμα θα φτάσει κάποτε στο σημείο που δεν θα αισθανθεί την ανάγκη της έκφρασης, και αυτό όχι από αδιαφορία ή από παραίτηση, εντελώς το αντίθετο, από την οδυνηρή -αν θες- διαπίστωση της φτώχειας των εκφραστικών δυνατοτήτων, της φτώχειας δηλαδή των λέξεων να αποδώσουν την ουσία της ζωής. Τότε σταματά, τότε επιλέγει τη σιωπή, που και η σιωπή σε ορισμένες περιπτώσεις είναι κι αυτή μια έκφραση, εγώ θα ‘λεγα πως είναι και μια πράξη».

Η οριστική απόφαση της σιωπής μετά την έκδοση των ποιημάτων 1941-1971 προσωρινά σπάει με το ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ’68-69 που κυκλοφορεί το 1979 και το ΥΓ το ’83. Και τα δύο βιβλία όμως δεν τα συμπεριλαμβάνει στο βασικό κορμό της ποίησής του.

Θυμάμαι την τελευταία φορά που τον είδα στον Ευαγγελισμό, πριν φύγει ήρεμος και γενναίος όπως πάντα. Η φίλη μας Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου του ζήτησε να κάνει μια δήλωση πως και το ΥΓ δεν είναι έξω από την ποίησή του αλλά η συνέχειά της, πως ανήκει οργανικά σ’ αυτήν. Ο Μανόλης μέχρι τότε ήταν χαρούμενος γιατί οι γιατροί του είχαν πει πως την επόμενη μέρα θα έβγαινε από το νοσοκομείο. Μόλις άκουσε τα λόγια της Φραγκίσκης και πάλι εσιώπησε. Ακόμη και τότε, 15 μέρες πριν το θάνατό του, δεν ήθελε ν’ αλλάξει το παραμικρό από τις αποφάσεις του. Είναι η τελευταία εικόνα του προσώπου του που έχω στη μνήμη μου και είμαι σίγουρος πως δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

Η τρίτη όψη της σιωπής δεν έχει πολυσυζητηθεί. Είναι η σιωπή του Μανόλη Αναγνωστάκη για τη βαθύτερη ποιητική λειτουργία. Ακόμα και οι στενοί του φίλοι δεν γνώρισαν το δωμάτιο του ποιητή. Κανείς ή ίσως ελάχιστοι μπήκαν εκεί. Εννοώ το δωμάτιο που είναι πνευματικός χώρος, χώρος ψυχικής δοκιμασίας και μοναξιάς. Στο δωμάτιο που κατοικεί ο αληθινός ποιητής.

Σήμερα οι περισσότεροι δίνουν συνεντεύξεις μιλούν για τα «κλειδιά» του έργου τους, ανοίγουν διάπλατα την πόρτα του ποιητικού ή του καλλιτεχνικού εργαστηρίου τους στους δημοσιογράφους ή στο φακό της τηλεόρασης και των φωτογράφων. Θεωρούν αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας της ποίησης την προβολή της. Είναι έτοιμοι να σου πουν ό,τι θέλεις, ν’ απαντήσουν σ’ όλες τις ερωτήσεις ακόμα και τις ιδιωτικές.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ήταν ακριβώς το αντίθετο. Δεν θεωρητικολογούσε για το έργο του, δεν μοιραζόταν την προβληματική του με άλλους, δεν εξηγούσε. Πολύ περισσότερο βέβαια δεν πρόβαλλε το έργο του, το θεωρούσε υπόθεση προσωπικής αξιοπρέπειας να μη μιλάει ο ίδιος γι’ αυτό. Αυτά τα εκπληκτικά δραματικά ποιήματα που απευθύνονται με τόσο οικείο τρόπο στους αναγνώστες, στους παλιούς συντρόφους και τους έρωτες δεν τα μοιραζόταν με κανέναν όταν τα έγραφε, εκτός ίσως με τους πολύ κοντινούς του ανθρώπους. Την περιπέτεια της ποίησης την πέρασε μόνος του.

Και οι τρεις εκφάνσεις της σιωπής του αφορούν την ποίηση μόνον. Κατά τα άλλα ο Αναγνωστάκης ήταν ένας άνθρωπος με χιούμορ, με απέραντη τρυφερότητα και με μεγάλη δραστηριότητα. Μανούσος Φάσης, Φιλολογικοί Περίπατοι στο Μεσοπόλεμο, Χαμηλή Φωνή, αλλά και υποψήφιος βουλευτής και άρθρα στην Αυγή.

Παρακολουθούσε τα πάντα. Όμως αυτό που ο ίδιος μέσα του θεωρούσε ποίηση, είχε σιγήσει, δεν είχε «συνέχεια».

Λ. Παπαστάθης