Η πρώτη από τις δεκαπέντε επισκέψεις στο εργαστήριο του Γιώργου Ρόρρη

 

Πότε ήταν; Στις τρεις ή στις πέντε; Σίγουρα στις αρχές Ιανουαρίου 2005. Ακόμα δεν είχαν τελειώσει καλά καλά οι γιορτές. Στο τηλέφωνο ο Γιώργος Ρόρρης. Πρωί πρωί.

 

  • Πότε θα’ ρθεις για το πορτέτο;
  • Εσύ πότε θέλεις;
  • Αν μπορείς και σήμερα αρχίζουμε.
  • Τί ώρα;
  • Μπορείς να είσαι σε μία ώρα στο ατελιέ;
  • Πού είναι;
  • Θα κατέβεις Ιουλιανού και μόλις συναντήσεις την Λιοσίων θα στρίψεις δεξιά. Ανεβαίνοντας θα συναντήσεις την Τροφωνίου. Τροφωνίου 12 είμαι.
  • Ντύνομαι κι έρχομαι.
  • Σε περιμένω. Σήμερα θα έχουμε ησυχία και θα δουλέψουμε καλά.
  • Πόσες μέρες θα χρειασθούν Γιώργο;
  • Καμία δεκαπενταριά. Ποτέ δεν ξέρεις με ακρίβεια.
  • Πόσες ώρες την ημέρα;
  • Τέσσερις – πέντε. Σήμερα θα δουλέψουμε πρωί. Μετά τις γιορτές θα έρχεσαι μόλις σχολάσεις απ’ τη δουλειά.
  • Τί να φοράω;
  • Τα καθημερινά σου ρούχα.
  • Έχω ένα αμπέχονο μπλε ναυτικό, ένα μαύρο μπλουζάκι από μέσα, φερμουάρ και άσπρο πουκάμισο. Κάνει;
  • Καλά είναι. Μου αρέσει να ζωγραφίζω φερμουάρ.

 

Πριν ξεκινήσω, κατά την παλιά συνήθειά μου, άνοιξα την εκγυκλοπαίδεια για να διαβάσω τί ήταν ο Τροφώνιος. «Χθόνιος θεός. Το μαντείον του εις την Λειβάδειαν ήτο σκοτεινόν σπήλαιον, δι ου κατήρχετό τις εις τον Άδην. Ο επιθυμών να εισέλθει εις το μαντείον ώφειλε να υποβληθεί εις δίαιταν τεταγμένων ημερών». Μολονότι ο Γιώργος μου είπε, για να μου κάνει οικονομία, να πάρω το λεωφορείο νούμερο πέντε που κατεβαίνει από την Αλεξάνδρας και κάνει στάση στην διασταύρωση Λιοσίων και Ιουλιανού, εγώ προτίμησα να πάρω ταξί για να με πάει ακριβώς μπροστά στο ατελιέ.

 

Η οδός Τροφωνίου είναι ένας μικρός δρόμος ούτε διακόσια μέτρα. Παντού μάντρες, φαναρτζίδικα, συνεργεία αυτοκινήτων και πορνεία. Το παλιό διώροφο αθηναϊκό σπίτι που στον πρώτο όροφο στεγάζει το ατελιέ του Γ.Ρ. μοιάζει ξεχασμένο. Πρέπει να χτίστηκε στη δεκαετία του ’20 και στέκεται ακόμη με τη δυνατή του ώχρα, τα παλιά κουφώματα και τις σκουριασμένες αλλά ωραία σχεδιασμένες σιδεριές στο μπαλκόνι.

 

Ο Ρόρρης είχε αφήσει την ξύλινη εξώπορτα μισάνοιχτη γιατί με περίμενε. Η είσοδος φωτιζόταν αμυδρά από έναν φεγγίτη. Βρέθηκα μπροστά σε μια ξύλινη σκάλα που την ανέβηκα αργά γιατί κοιτούσα τα ντουβάρια. Ήταν γεμάτα από αφίσες εκθέσεων και ζωγραφιές κομμένες από εφημερίδες και περιοδικά. Με τον Γιώργο συναντηθήκαμε στο κεφαλόσκαλο. Μου είπε να πάω στο μέσα δωμάτιο που το είχε ζεστάνει με σόμπα υγραερίου και αιρ κοντίσιον.

 

  • Κάθησε λίγο μέσα να ετοιμαστώ και έρχομαι.

 

Στην πόρτα του δωματίου αλλά και στα μέσα ντουβάρια υπήρχαν επίσης δεκάδες κολλημένες φωτογραφίες έργων ζωγραφικής από διάφορες εποχές. Σαν μια ιδιότυπη γκαλερί που εκθέτει μόνον αντίγραφα έργων από εφημερίδες και περιοδικά.

Μέσα από την κουζίνα ακούω τον Γιώργο να φωνάζει.

 

  • Θέλεις καφέ φίλτρου ή ελληνικό;
  • Ψήσε ελληνικό. Τούρκικο τον λέγαμε εμείς.

 

Ενώ ο Γιώργος ετοίμαζε τους καφέδες στην κουζίνα, εγώ ξεφύλλιζα την εφημερίδα. Είδα τη φωτογραφία ενός έργου του Θεόφιλου και διάβασα ένα άρθρο με μαρτυρίες συγγενών του που σχετίζονταν με την περίφημη φουστανέλα του ζωγράφου. Η εγγονή της αδελφής του την έκοψε κουρέλια και την έκανε κουρελού!

Όταν ο Γιώργος γύρισε με το δίσκο, τον ρώτησα ποια ήταν η εντύπωσή του όταν είδε για πρώτη φορά ζωγραφική του Θεόφιλου.

– Πριν λίγα χρόνια είδα στο σπίτι ενός φίλου στην Αθήνα, ένα έργο του Θεόφιλου σε χαρτί το οποίο όμως είχε γίνει κομμάτια. ‘Ηταν σ’ ένα κουτί μέσα, κομμάτια-κομμάτια. Είχε κυριολεκτικά γίνει φύλλο και φτερό. Παίρνω ένα μικρό κομματάκι του χαρτιού που είχε πάνω του ζωγραφισμένο τμήμα χλόης, ή μέρος από κάποιο βουνό. Πάντως ήτανε φύλλα, φύλλα δένδρου και κλαδιά δένδρων, ίσως θάμνων. Αυτή η ομορφιά των τόνων, η λεπταισθησία των πράσινων, των γαιωδών πράσινων, των θερμών, των ψυχρών πράσινων, η επαναλαμβανόμενη πινελιά έκανε αυτό το μικρό κομμάτι χαρτιού μια ολοκληρωμένη ζωγραφιά. Όπως όταν πάει κανείς στο μουσείο και βλέπει ένα θραύσμα γλυπτικής, ένα κομμάτι από έναν μηρό, από μία πλάτη και δεν έχει ανάγκη να δει ολόκληρο το έργο. Γιατί καταλαβαίνει ότι ο γλύπτης έκανε σπουδαία γλυπτική. Για τον Θεόφιλο, που ήταν ζωγράφος, έχει σημασία κάθε τμήμα του πίνακα να λειτουργεί. Να έχει μέσα του την πυκνότητα της ύλης, την ομορφιά της και την πάλη του νερού με την ύλη πάνω στο μουσαμά που θα κάνει να σταθεί το έργο αυθύπαρκτο, σαν απόσπασμα μιας μεγαλύτερης εικόνας που ίσως έχει χαθεί. Ένα κομματάκι από μια ζωγραφιά του Θεόφιλου θα μπορούσαμε να το βάλουμε στον τοίχο και να πούμε «να μια ωραία ζωγραφική». Στον Θεόφιλο η μπογιά, γίνεται πνευματική ύλη σε όλη την έκταση του πίνακα, όπως συμβαίνει σε κάθε καλή ζωγραφική.

-Πώς τον φαντάζεσαι;

-Τον φαντάζομαι άνθρωπο με μεγάλο ενθουσιασμό για τα πράγματα, με μεγαλείο ψυχής και μια αφέλεια. Η αφέλεια χαρακτηρίζει την πολύ υψηλή τέχνη. Κοιτάζοντας κανείς ένα Τζιόττο, τα γλυπτά της Ολυμπίας ή έναν Κούρο έχει την αίσθηση ότι αυτοί οι άνθρωποι θέλανε να ζωγραφίσουνε την ομορφιά του κόσμου. Σα να ήτανε κάποιοι που ανοίξανε τα μάτια τους και ξαφνικά είδαν το μεγαλείο του κόσμου και πήρανε πινέλα και θέλησαν να το ζωγραφίσουνε.

Εμένα, αυτή την αίσθηση μου δίνουν τα έργα του Θεόφιλου. Κάθομαι μπροστά τους και βλέπω ότι το αεράκι κυκλοφορεί μέσα στα φύλλα των δένδρων.

-Τι σχέση μπορεί να έχει ένας σύγχρονος ζωγράφος με τον Θεόφιλο;

-Ένας άνθρωπος όπως εγώ που ζωγραφίζω σήμερα, που έχω σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών, ξέρω πως δεν είναι δυνατόν να προσεγγίσω τη ζωγραφική με τέτοια αίσθηση αφελούς μεγαλείου.

-Πώς κρίνεις τον κόσμο και τα θέματα που ζωγράφιζε;

-Όσο κι αν ακούγεται παράξενο είναι μια θεματολογία που μοιάζει πάρα πολύ με τη θεματολογία της μεγάλης ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Ζωγράφιζε π.χ. την Ιφιγένεια ή την ανάγνωση του Ομήρου. Η ελληνική μυθολογία και ιστορία είναι τεράστια πηγή άντλησης ερεθισμάτων για εικόνες της μεγάλης ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Ο Θεόφιλος προσέθεσε σε αυτό και την αγάπη του για την ελληνική ιστορία και μάλιστα την κοντινή στα χρόνια του. Αν υπολογίσουμε ότι γεννήθηκε το χίλια οκτακόσια εξήντα τόσο, το εικοσιένα απείχε ελάχιστα, όταν ο Θεόφιλος ήταν 10 χρονών, η επανάσταση ήτανε πριν από 50 χρόνια, λιγότερο απ’ όσο απέχει ο πόλεμος του’ 40 από τις μέρες μας! Την είχε ζωντανή στο μυαλό του.

Δεν είναι καθόλου εύκολο να πάρεις μια εικόνα του Εςς και να τη ζωγραφίσεις, όπως τη ζωγράφισε ο Θεόφιλος. Είναι πολύ δύσκολο. Την εμπλούτισε με τη Βυζαντινή παράδοση και έβαλε χρώματα που θυμίζουνε πολύ τα ψηφιδωτά της Ροτόντας στη Θεσσαλονίκη.  Το φως του είναι ένα φως πρωτοφανές για την ελληνική ζωγραφική. Την εποχή εκείνη, το φως στη ζωγραφική ήταν κυρίως του εργαστηρίου. Στα έργα του Θεόφιλου είναι σα να βλέπουμε πρώτη φορά το φως της ελληνικής υπαίθρου. Αυτό που είναι έξω, στον ήλιο, στο δρόμο, στο χωράφι. Τα πάντα είναι μεσ’ το φως. Όλος ο κόσμος είναι εντός του φωτός. Ο τόπος λάμπει. Η ζωγραφική του μας δείχνει έναν άνθρωπο που έβγαινε από τη γη, από το χώμα μέσα, που χαιρόταν, που ενθουσιαζόταν, που του άρεσαν οι αισθήσεις όλες, οι μυρουδιές, τα πράγματα που έβλεπε, που άκουγε. Βλέπεις ένα τοπίο του και νιώθεις τα πουλιά που κελαηδάνε. Θυμάμαι τον κόλπο της Γέρας. Τι ωραίο έργο… και τι απλό έργο! ‘Ενα απλό τοπίο. Και με τι ωραίο γαλάζιο, τι ωραίος τόνος είναι αυτός που έχει η θάλασσα στον κόλπο της Γέρας! Κι ένα καραβάκι μόνο. Πάρα πολύ ποιητικό έργο.

-Στο μουσείο της Βαρειάς στη Μυτιλήνη έχεις πάει;

-Ναι, έχω πάει. Νιώθει κανείς μπαίνοντας, μια ανεξάντλητη πηγή απ’ την οποία κυλάνε εικόνες, εικόνες, εικόνες! Ήθελε να απεικονίσει τον κόσμο στο σύνολό του. Τα πάντα. Όπως τα ζώα έμπαιναν μέσα στην Κιβωτό του Νώε για να σωθούνε, έτσι μπαίνανε στη ζωγραφική του. Η ζωγραφική του Θεόφιλου δεν τσιγκουνεύεται τις εικόνες, δεν είναι μια ζωγραφική μινιμαλιστική. Ζωγραφίζει την Αρετούσα πέντε -έξι φορές, τον Κατσαντώνη μ’ όλα του τα παλικάρια και πάνω στα δέντρα διάφορα πουλιά, κουνελάκια που κυκλοφορούνε μέσα στο δάσος, λαγοί, σκυλιά, τα πάντα.

-Συγκρίνεις τον Ρουσσώ με τον Θεόφιλο;

-Νομίζω πως ο Ρουσσώ είναι λιγάκι πιο τυχερός. Δεν είναι λίγο να κάνεις παρέα και να κουβεντιάζεις με τον Πικάσο και να του λες πως εσύ κι εγώ θα δημιουργήσουμε την τέχνη του εικοστού αιώνα! Και από την άλλη μεριά να είσαι κάποιος που ζωγραφίζει ανεβασμένος σε μια σκάλα επάνω και να σου τραβάνε τη σκάλα οι ντόπιοι χωριάτες του Βόλου  και εσύ να πέφτεις και να τσακίζεσαι. Αν το σκεφτεί κανείς είναι πιο δύσκολη η περίπτωση του Θεόφιλου. Από το στενό περιβάλλον του φούρναρη, του τσαγκάρη, του καφετζή να κάνει ένα άλμα και να γράψει γι’ αυτόν ο Σεφέρης ή να ασχοληθεί ολόκληρη η Ελλάδα με τη ζωή και το έργο του. Αυτό νομίζω πως ο Θεόφιλος ούτε καν το είχε διανοηθεί.

-Από την ελληνική ζωγραφική του 19ου αιώνα τι προτιμάς;

-Γύζης, Λύτρας, Ξυδιάς, Τσόκος.

-Βρυζάκης;

-‘Οχι, δεν μου αρέσει.

-Γιατί; Μήπως επειδή εξιδανικεύει υπερβολικά τα πρόσωπα;

-Πιστεύω πως αυτό που ζωγραφίζει είναι εικόνα, δεν είναι ζωγραφιά, είναι εικονογράφηση.

-Σε τι διαφέρει η εικόνα από τη ζωγραφιά;

-Μεγάλα θέματα ανοίγεις.

Ο Γιώργος δυσκολεύεται να διατυπώσει με ακρίβεια την άποψή του, βολτάρει πέρα-δώθε πιάνοντας τα γένια του.

-Δυσκολεύομαι να το διατυπώσω.

-Το βλέπω. Δεν χάλασε ο κόσμος αν δεν μπορεί να ειπωθεί σαφέστερα.

Ο Γιώργος όμως επιμένει.

-Ζωγραφιά σημαίνει, πριν απ’ όλα, να φαίνονται τα ίχνη της χειρονομίας του ζωγράφου. Να φαίνονται τα ίχνη και όχι ο ίδιος ο ζωγράφος. Αν αυτό το ποτήρι το σχεδιάσεις σαν ποτήρι και το βάψεις σαν ποτήρι, για μένα θα είναι εικόνα. Αν αυτό το ποτήρι το δεις σαν ένα γκρι πολύ ωραίο, σαν ένα υγρό γκρι, θα είναι ζωγραφιά. Μ’ αυτό το βλέμμα πρέπει να το σχεδιάσεις. Να το πω αλλιώς: Αν θες να κάνεις μια ήρεμη λίμνη, με μια ωραία φόρμα ενός ρέοντος γκρι που θα περιβληθεί από μια ωραία ώχρα λίγο αγριωπή, την αμμουδιά, τότε οδηγείσαι προς τη ζωγραφιά. Αν όμως κάνεις τη λίμνη με περίγραμμα, βάφοντας, μπογιατίζοντας απλώς, δεν είναι ζωγραφική. Η ζωγραφιά είναι ζωντανή γιατί στηρίζεται σε υλική σχέση γης, νερού, φωτιάς και αέρα. Να η γη εδώ… οι μπογιές που πριν γίνουν μπογιές ήταν τριμμένη γη. Να το νερό, εδώ, το νέφτι! Η φωτιά και ο αέρας υπάρχουν γιατί χρειάζονται για να στεγνώσει και να σταθεροποιηθεί η ζωγραφιά.

-Θέλω να επανέλθουμε στο Βρυζάκη.

-Ο Βρυζάκης είναι εικονογράφος. Όπως είναι και ο Μανέ κατά την άποψή μου, όπως είναι και ο Φραγγονάρ, ας πούμε όχι ο Φραγγονάρ, ο Μπουσσέ. Τους ενδιαφέρει το ανέκδοτο. Λέγοντας ανέκδοτο εννοώ ότι τους ενδιαφέρει η αφήγηση και δευτερευόντως ο τρόπος της αφήγησης, ενώ τον ζωγράφο τον ενδιαφέρει ο τρόπος της αφήγησης και μετά η αφήγηση. Εγώ πιστεύω στην εικόνα, στη δύναμη της εικόνας, της αναπαράστασης, της εξεικόνησης, της ιστόρησης των πραγμάτων. Αλλά ποιάς εικόνας; Αν ζωγραφίσεις το χιόνι προσπαθώντας να το απομιμηθείς, θα είναι χιόνι εικονογραφημένο, δεν θα είναι χιόνι διερμηνευμένο. Ο ζωγράφος πρέπει να βρει τον τρόπο να ξαναδιερμηνεύσει τον κόσμο. Να μπορεί να ζωγραφίσει το χιόνι μ’ ένα γκρι και ένα άσπρο άγριο. Και πάντα μια διερμήνευση -συγγνώμη για τη λέξη -μια ερμηνεία ας το πούμε, μπορεί να έχει κάτι το αληθινό πιστεύω μέσα της.

Λέει κάπου ο Τσαρούχης μια ωραία φράση «ζωγραφική είναι τα πρακτικά των συναντήσεών μας με τα πράγματα». Τώρα εδώ κρατάμε πρακτικά για μια συνάντηση που θα κρατήσει 15 μέρες! Βέβαια αυτά τα θέματα που συζητούμε δεν ορίζονται με μια κουβέντα, γιατί είναι πολλά πράγματα μαζί. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως όλη αυτή την ώρα μιλάμε περί τη ζωγραφική, γύρω από τη ζωγραφική, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για την ίδια τη ζωγραφική, ούτε να την αναλύσουμε γιατί αυτή είναι άλλη γλώσσα. Εντελώς άλλη γλώσσα σχημάτων, χρωμάτων και ύλης. Πρωτίστως ύλης. Ματιέρα στη ζωγραφική λέμε τον τρόπο έκφανσης της ύλης. Αυτό κανονικά δεν έπρεπε να το λέμε ματιέρα, άλλα έκφανση της ύλης.

Ο Γιώργος με στήνει απέναντί του. Με ψάχνει με το βλέμμα του. Με καθοδηγεί κάνοντας κινήσεις με τα χέρια του. Λίγο πιο δεξιά, λίγο πιο αριστερά. Ανάβει τα φώτα και με κοιτάζει για πολύ ώρα σα να με μελετάει, σαν να περίμενε να δει κάτι από μένα. Ήδη έχει αδειάσει από τα σωληνάρια τις μπογιές στην παλέττα και έχει ακουμπήσει μπροστά του τα πινέλα.

-Πρόσεξε! Έχεις μετακινηθεί σε σχέση με το φως και άλλαξε η σκιά σου. Η σκιά είναι μια ελαφριά ματιέρα απουσίας, το σακάκι όμως που φοράς είναι μια ματιέρα βαριάς παρουσίας. Μαύρο παρών και μαύρο απών. Το φως είναι η προϋπόθεση για να δούμε. Για να ζωγραφίσουμε όμως πρέπει να ξεκινήσουμε από τη σκιά, που για μένα είναι πάντα ένα ερώτημα στη ζωγραφική. Και εδώ στο έργο που κάνουμε μ’ ένα μαύρο ξεκινάμε, από τη σκιά που πέφτει.

Τίθεται πάντα το ερώτημα «πώς ξεκινάω;» Για μένα, όταν ξεκινήσαμε ο πίνακας ήταν μια άγνωστη κατάσταση. Αν τον ξέραμε από την αρχή, η διαδικασία θα ήταν μια διεκπεραίωση. Το θέμα είναι να βρούμε μια έκπληξη, μια διαδικασία ανακάλυψης. Από τη στιγμή που θέτεις στον εαυτό σου το ζήτημα ότι πρέπει να ανακαλύψω κάτι, πρέπει να παραδεχτείς επίσης ότι ξεκινάω χωρίς να ξέρω κάτι. Άρα πώς θα ξεκινήσω; Ερωτώντας! Ξεκινάω με τη σκιά που είναι η απουσία υπαρκτού πράγματος και ερωτάω «τι είναι αυτό;» Η σκιά είναι ένας χώρος αμφιβολίας. Πάνω σ’ αυτό το χώρο πρέπει να έρθει μια απάντηση κι αρχίζει έτσι ο πίνακας, που είναι μια αντίθεση φωτός, σκιάς, φωτός, σκιάς, φωτός, σκιάς.

 

– Λοιπόν αρχίζουμε δουλειά. Θα βάλω ν’ ακούμε το κουϊντέτο εγχόρδων με δυο βιολιά, μια βιόλα και δυο βιολοντσέλα του Σούμπερτ. Το ‘γραψε το 1828, τη χρονιά που πέθανε.

-Ο Σούμπερτ με τον Μπετόβεν ζούσαν στη Βιέννη, αλλά οι μελετητές είναι διχασμένοι σχετικά με την προσωπική τους επαφή. Δεν είναι σίγουρο ότι συναντήθηκαν. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι ο Σούμπερτ ήταν λαμπαδηφόρος στην κηδεία του Μπετόβεν το 1827 και λίγο νωρίτερα τον είχε επισκεφθεί στο νεκρικό κρεβάτι. Αυτό μοιάζει κάπως με το γεγονός πώς ο Σολωμός και ο Κάλβος ζούσαν είκοσι χρόνια στην ίδια πόλη, στην Κέρκυρα, χωρίς να συναντηθούν!

-Άκου! Τι ωραία που ακούγεται το βιολοντσέλο. Ο Μποκερίνινι επίσης έχει γράψει πολύ ωραία μουσική για βιολοντσέλο.

*

Όταν με ρώτησες για τους ζωγράφους του δέκατου ένατου αιώνα στην Ελλάδα ξεχάσαμε να μιλήσουμε για τον Γεώργιο Άβλιχο. Τον επτανήσιο ζωγράφο που ζωγράφισε το κορίτσι στο παράθυρο με τα ανεμίζοντα μαλλιά και το άσπρο φόρεμα. Δεν μπορεί να μου το βγάλει κανείς από το μυαλό ότι ο Γεώργιος Άβλιχος είναι προάγγελος του Μπαλτίς. Τα κορίτσια στο παράθυρο του Μπαλτίς με τον κοριτσίστικο ερωτισμό που φέρουν, μοιάζουν! Ίσως είδε το έργο του Άβλιχου σε φωτογραφία, αποκλείεται βέβαια να το είδε ζωντανό. Δεν λέω ότι επηρεάστηκε, σίγουρα όμως η σχέση των δυο υπάρχει.

-Όλα τα έργα του Άβλιχου που είδα με γοητεύουν.

-Και τον πατέρα του έχει ζωγραφίσει. Μεσήλικας με γυαλιά, λόγιος τύπος, σαν γιατρός, σαν δικηγόρος της εποχής με μικρό γενάκι. Πολύ ωραία ζωγραφισμένος. Ήταν μοναχικός τύπος, σπουδαγμένος στην Νάπολη.

-Στην έκθεση για το παιδί στη νεοελληνική ζωγραφική είδαμε μερικά έργα του. Ήταν ενδιαφέρουσα έκθεση. Εκεί είδαμε και το παιδί του Σπύρου Παπαλουκά με το ριγέ πουκάμισο και τις τιράντες, αλλά και το γαϊδουράκι, με το κορίτσι του Νικολάου Λύτρα.

-Αυτό με το ψάθινο.

-Ναι, μου αρέσει πολύ ο Νικόλαος Λύτρας.

-Το άσπρο έργο του με το όρθιο παιδί, το είδες στην Πινακοθήκη; Αριστούργημα!

*

-Τι κάνεις με την πατσαβούρα; Θέλεις να καταστρέψεις το έργο; Να το σβήσεις; Φαίνεται σαν να το σφουγγαρίζεις.

-Είναι μια διαδικασία που βάζεις την τύχη να παίξει κάποιο ρόλο στον πίνακα. Να μπει μέσα στο έργο η τύχη. Είναι ένας από τους τρόπους αυτό που είδες. Ένας άλλος τρόπος είναι να κάνεις με το χέρι σου, έτσι, μια χειρονομία τυχαία με το πινέλο. Ο πίνακας ο δικός μας είναι τώρα κάθετος στο καβαλέτο, υπάρχει και ο τρόπος να τον βάλεις κάτω στο πάτωμα. Ο Πόλοκ τον έβαζε κάτω και έσταζε την μπογιά χωρίς να ακουμπάει το πινέλο στο μουσαμά. Πολλοί τρόποι υπάρχουν. Η τύχη είναι πολύ σημαντικός παράγοντας. Αν δεν μπει η τύχη μέσα στο έργο, αλλά και το λάθος, είναι σα να έκανε υπολογιστής το έργο. Η τύχη, το λάθος προσφέρει τη χάρη, το απρόβλεπτο. Εγώ δεν μπορώ να διανοηθώ πίνακα δικό μου χωρίς μια χειρονομία, χωρίς ένα στάξιμο τυχαίο που να μην το αφήσω επάνω στο έργο.

 

-Αυτό το σφουγγάρισμα το κάνεις με νέφτι;

-Αυτό είναι πρόκληση μιας καταστάσεως του τυχαίου, πώς να το πω αλλιώς; ‘Ετριψε αυτή η κίνηση όλη την περιοχή των μαλλιών. Η χαρτοπετσέτα τρίβει ή αφήνει το χρώμα με διαφορετικό τρόπο από το πινέλο. Άλλες φορές, παλιά, έπαιρνα εφημερίδες, τις τσαλάκωνα, τις βούταγα στο χρώμα και έκανα αποτυπώσεις.

-Και μετά αξιολογείς πάντα αυτό που προκύπτει.

-Ακριβώς, αξιολογείς αυτό που προέκυψε. Μπορείς βέβαια τη χαρτοπετσέτα να τη βάλεις σε πάστα, σε σκληρή μπογιά και να κάνεις άλλον τύπο ζωγραφικής. Κυρίως όταν θέλεις να ζωγραφίσεις έδαφος, βράχια κλπ.

Ανακάτεψα με το πανί τα μαλλιά σου. Τα μαλλιά είναι έκφραση της ελευθερίας σε σχέση με τη μύτη που είναι προσδιορισμένη έκφραση του κανόνα. Τη μύτη πρέπει να τη σχεδιάσεις με ακρίβεια ενώ τα μαλλιά είναι έκφραση και του τυχαίου. Τη μια μέρα είναι έτσι, την άλλη μέρα είναι αλλιώς. Είναι σαν τα κλαριά του δένδρου που τα φυσάει ο αέρας. Δε θυμάσαι το τραγούδι που λέει «μέσα στα μαλλιά σου φτερουγίζουν τρελά μαϊστράλια»; Πώς το ‘γραψε ο συνθέτης; Εγώ πιστεύω πως την είδε την εικόνα. Ωραίος στίχος. Δεν φτερούγιζαν βέβαια μέσα στα μαλλιά της τα μαϊστράλια, αλλά τα μαλλιά φτερούγιζαν εξ αιτίας των μαϊστραλιών. Ο στιχουργός το αντέστρεψε και λέει πως τα μαλλιά τα ίδια δημιουργούσαν αέρα.

Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι παρατηρούσε τα σύννεφα και έβλεπε καρικατούρες ανθρώπων στον ουρανό. Παρατηρούσε επίσης τις αυλακώσεις του κύματος πάνω στην άμμο και με τη φαντασία του έβλεπε μάχες, συγκρούσεις, ένα γέρο χωρίς δόντια, έναν με στραβή μύτη. Ό,τι έβλεπε, ό,τι φανταζόταν το σχεδίαζε. Πήγε στο λεπροκομείο που φτύνανε οι λεπροί στους τοίχους και παρατηρούσε τις φτυσιές! Αλλά και ο Μισσώ, ένας ζωγράφος μετά το σουρεαλισμό, παίρνει το πινέλο και ρίχνει τακ, μια κηλίδα, τυχαία. Και μετά μια άλλη. Τα έργα του μοιάζουν σα να κινούνται άνθρωποι, μορφές μικρές, που συγκρούονται λυσσαλέα. Ο ζωγράφος κάνει το θεατή δημιουργικό, τον οδηγεί να δει κι αυτός σ’ αυτές τις κηλίδες μορφές που κινούνται.

 

-Ξέρεις ότι ο μικρός Γιωργής στο μόνον της ζωής του Ταξείδιον του Βιζυηνού, όταν γύριζε νύχτα από την Πόλη στη Βιζύη καβάλα σ’ ένα άλογο, έβλεπε στον ουρανό τον παππού του που πάλευε με τον Χάροντα! Το ‘χεις εδώ το διήγημα στις εκδόσεις Νεφέλη; -Ναι στην ανθολογία του Αναγνωστάκη.

-Φέρ’ το να σου διαβάσω το απόσπασμα. Το άλογο οδηγεί ο Θύμιος, ο επιστάτης του παππού. Ο μικρός είναι στα καπούλια δεμένος μ’ ένα μαντίλι από τη μέση του Θύμιου για να μην πέσει. Τρέχουν να προλάβουν τον παππού ζωντανό γιατί αλλιώς θα μείνουν ανοιχτά τα μάτια του.

 

…Δεν νομίζω να ητένισα κατά τη νύκτα εκείνην παραδόξους συμπτώσεις νεφών, των μεν επί των δε φερομένων υπό του ανέμου, χωρίς να τα συμπληρώσω τη βοήθεια του σεληνιακού φωτός και της προκατειλημμένης φαντασίας εις πελώριον σύμπλέγμα παλαιστών αγωνιζομένων τον υπέρ των όλων κίνδυνον. Οι εις με το λευκόν και πολύπτυχον αυτού εσώβρακον ανεμιζόμενον εις τον αέρα, με τα ευρέα, τα κεντητά «μανίκια» του υποκαμίσου του ήτον αναμφιβόλως ο παππούς μου. Ο έτερος με την μακράν και λυτήν αυτού κόμην κυμαινομένην, με τας λευκάς επί των ώμων πτέρυγας, με τον φολιδωτόν του θώρακα περί το στήθος και την φλογίνην ρομφαίαν εις την γυμνήν δεξιάν του, αυτός ήτο βεβαίως ο άγγελος. Τόσας φοράς τον είχον ιδεί επί της αριστεράς θύρας του αγίου βήματος εν τη εκκλησία του χωρίου μας.

– Ο καϋμένος ο παππούς! Πώς θα τα βγάλη πέρα με τόσον φοβερόν αντίπαλον!…

Συνεχίζουμε, μην χάνεις τη θέση σου.

 

Λάκης Παπαστάθης