Τις προάλλες δόθηκαν τηλεοπτικά βραβεία σε πρόσωπα για τις καλύτερες τηλεοπτικές σειρές και τα καλύτερα ενημερωτικά προγράμματα. Η πλέον μαζική εκδοχή του οπτικοακουστικού θαύματος προσπαθεί και στην Ελλάδα να διοργανώσει μια γιορτή στην οποία να θυμίσει ότι το τρόπαιον των Όσκαρ, των μεγάλων κινηματογραφικών βραβείων της αμερικανικής βαριάς οπτικοακουστικής βιομηχανίας, μπορεί τηρουμένων των αναλογιών να χρησιμεύσει ως πρότυπο και για ανάλογες τελετές που διοργανώνονται για λογαριασμό της μικρής οθόνης. Ελληνικά Όσκαρ σε μικρογραφία, λοιπόν, για να χωρέσουν στα όρια του «κουτιού».

Ως εδώ, όλα καλά. Από τη στιγμή, μάλιστα, που μια επιτροπή καλείται να ξεχωρίσει καλές εκπομπές, να απομονώσει τιε πολλαπλασιαζόμενες φαιδρότητες που παρουσιάζονται υποτίθεται χάριν της ενημέρωσης της κοινής γνώμης, η επιβράβευση κάποιων πραγματικών νησίδων ποιοτικής ενημέρωσης ή και ανεκτού θεάματος έχει και παραέχει νόημα. Έστω και για τα προσχήματα, έστω και για να αναδειχτεί το γεγονός ότι η τηλεόραση δεν έχει μόνο ξεχειλωμένα δελτία ειδήσεων στα οποία δεσπόζει ο εντυπωσιασμός, ότι δεν έχει μόνο αμφίβολης ποιότητας τοκ σόου στα οποία στόχος είναι η «τζερτζελοποίηση» του πολιτικού διαλόγου και η εκτροπή του σε θέαμα κάτι τύπων που καβγαδίζουν ή ωρύονται και ότι δεν έχει μόνο σειρές που δανείζονται τη δομή τους από τα πάλαι ποτέ ραδιοφωνικά σίριαλ και τη θεματολογία τους από το εξευγενισμένο κουτσομπολιό περί τα ερωτικά διαφόρων.

Το πρόβλημα ξεκινά (πάντα) από την επιθυμία να δοθεί γκλάμουρ τόνος σε ανάλογες τελετές – η τηλεόραση αγαπά άλλωστε ή το γκλάμουρ ή την ασχήμια του σοκ, αυτά θεωρεί πιο εμπορικά αισθητικά πρότυπα. Ποιος θα διεκπεραιώσει το γκλάμουρ; Μα η κυριότερη εκπρόσωπός του, η κυρία Ρούλα Κορομηλά. Οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε ότι κατέχει την επικοινωνιακή μέθοδο των σόου. Αρκεί όμως να ξέρεις πού και πώς θα στηθείς στο πλατό, πώς να καλύψεις τα κενά του τηλεοπτικού χρόνου; Αν όλα αφορούσαν τη μορφή της παραγωγής θα αρκούσε. Έλα, όμως, που οι βραβευθέντες και οι βραβευθείσες υποχρεώνουν το σόου να δώσει έμφαση στο περιεχόμενο…

Η παρουσιάστρια του σόου της απονομής προφανώς δεν κατάλαβε ότι επρόκειτο για δεξίωση προσώπων, η ιστορία πολλών από τα οποία δεν προσδιορίζεται από τα όρια του γυάλινου κουτιού. Αποτέλεσμα: χαριεντισμοί επί σκηνής με πρόσωπα που η ίδια γνώριζε και περιφρόνηση άλλων που όφειλε να γνωρίζει αλλά αγνοούσε- εκφράσεις που μπορούσαν να εκληφθούν ως προσβλητικές, έστω και αν ελέγοντο στο όνομα της αμεσότητας και της συνεχούς ροής του σόου  υποτίμηση εκπομπών που την αξία τους ποτέ δεν μπήκε στον κόπο να καταλάβει (το ιστορικό «Παρασκήνιο», π.χ. ο εκπρόσωπος του οποίου Λάκης Παπαστάθης ούτε μια φορά δεν αναφέρθηκε με το όνομά του). Και για να συμπληρωθεί το αλαλούμ της αυτοαναφορικότητας, ήταν λέει στο πρόγραμμα να δώσουν και βραβείο α’ ανδρικού ρόλου σε ντοκυμαντέρ!

Το κακό με την τηλεόραση είναι ότι οι άνθρωποί της νομίζουν ότι είναι το άπαν επί της Γης – επειδή το μέσον που υπηρετούν είναι το μαζικότερο. Λησμονώντας τι χρωστά η τηλεοπτική γλώσσα στις άλλες τέχνες (όχι μόνο του οπτικοακουστικού), στην παραδοσιακή δημοσιογραφία αλλά και στα γράμματα και στις επιστήμες. Λησμονώντας ότι η ζωή κυλά μακριά από την τηλεόρασή, ότι στο κουτί φτάνει μόνο ένα (συνήθως παραμορφωμένο) απείκασμά της.

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 1999 «ΤΟ ΒΗΜΑ»