Βρικόλακες ξανά. Ο Αντώνης Αντύπας, που τόσα έχει προσφέρει στο θεατρόφιλο αθηναϊκό κοινό, και πέντε σπουδαίοι ηθοποιοί δοκιμάζονται ανεβάζοντας με μεγάλη επιτυχία το μεγαλοφυές έργο.

Βλέποντας την παράσταση, όταν μπήκε στη σκηνή ο Όσβαλντ, σκέφτηκα το Βιζυηνό. Αναρωτήθηκα αν είδε τότε τους Βρικόλακες. Το έργο του Ίψεν γράφτηκε το 1881 και δημοσιεύθηκε την ίδια χρονιά. Ο Βιζυηνός από τον Μάιο του ’82 μέχρι το Μάρτιο του ’84 ζούσε στο Παρίσι και το Λονδίνο. Διάβασε το έργο τότε ή το είδε στη σκηνή; Μήπως το πέτυχε κάπου στα σποραδικά ταξίδια που έκανε μετά; Και στην Αθήνα; Δίδαξε τους Βρικόλακες στη σχολή του Ωδείου Αθηνών όπου ήταν καθηγητής δραματολογίας από το 1890;

Σίγουρα δεν θα είδε την πρώτη παράσταση των Βρικολάκων στην Ελλάδα που έγινε από τον Ευτύχιο Βονασέρα στις 29 Οκτωβρίου του 1894, γιατί τότε ήταν έγκλειστος στο ψυχιατρείο.

Στην περίφημη μελέτη του για τον Ίψεν νοιώθει κανείς πως μιλώντας για τους πνευματικούς και γλωσσικούς αγώνες της Νορβηγίας αναφέρεται στην Ελλάδα. Γράφοντας για τον Ίψεν είναι σα να αυτοβιογραφείται. «Εν’ τοιαύτη συγχύσει, εν’ τοιαύτη καταστάσει πνευματικού αναβρασμού και φιλολογικής αναζυμώσεως εγεννήθη ο Henrrik Ibsen, το δαιμόνιον πνεύμα, το οποίον, επιστάντος του πληρώματος του χρόνου, ήρχετο να δημιουργήση τον περικαλλή κόσμον της νέας νορβηγικής φιλολογίας». Είναι γνωστή και η αντίστοιχη δήλωση του Βιζυηνού για τη δική του συμβολή στην ελληνική λογοτεχνία. «Πρώτος εγώ διήνοιξα τον νέον δρόμον της νεοελληνικής λογογραφίας κατορθώσας να υποδείξω τι εστι διήγημα, τι εστι μελέτη και αναγραφή του εθνικού βίου υπό τύπον διηγήματος και λαογραφίας, εν’ καθαρά ψυχολογική και ιστορική κρίσει».  Πέρασαν και οι δύο αλλά και η λογοτεχνία του τόπου τους από τα ιστορικά αφηγήματα στην πραγματικότητα. «Ο Ίψεν συνεδέθη τόσον στενώς προς την πραγματικότητα ώστε τα νεώτερά του έργα αντιπροσωπεύουσιν αποκλειστικώς, μόνον την κατά φύσιν αλήθειαν. Από των σκηνών του Νορβηγού δραματογράφου ελλείπει παν το επίπλαστον και εψιμμυθιωμένον. Η σκηνογραφία των έργων του είναι κοιναί οικίαι εν’ αις λειτουργεί απροσκόπτως ο φυσικός της χώρας βίος.»

Δεκάδες είναι οι αντιστοιχίες. Για οικογενειακά δράματα μίλησαν και οι δύο. Ο ένας «γύριζε» στη Βιζύη της Θράκης και ο άλλος στο Σκήν της Νορβηγίας. Έζησαν από κοντά τη γέννηση της καινούργιας επιστήμης, της ψυχολογίας, που επηρέασε βαθιά το έργο τους. Ταξίδεψαν και οι δύο πολλά χρόνια στην Ευρώπη και κυνηγήθηκαν στην πατρίδα τους. Οι ήρωές τους μιλάνε τη γλώσσα που γνωρίζουν, ανάλογα με τον τόπο που ζουν, την τάξη και την ανατροφή τους. Το κλείσιμο των έργων τους χαρακτηρίζει «η φρικίασις, η αγωνία, η κατάπληξις εν’ μέσω κοινών πραγμάτων».

Η μελέτη του Βιζυηνού για τον Ίψεν δημοσιεύτηκε στην εικονογραφημένη Εστία σε δύο συνέχειες το Μάρτιο του 1892. Λίγες μέρες μετά θ’ ανοίξει την πόρτα της τρέλας ακολουθώντας τον Όσβαλντ. Τώρα ζει το δράμα, ταυτίζεται με τον ήρωα του θρυλικού έργου. Στις 14 Απριλίου κλείνεται στο Δρομοκαϊτειο. Η πνευματική συγγένεια που ένοιωθε με τον Ίψεν, το πάθος του για το θέατρο αλλά και τα θανατοκεντρικά φινάλε των περισσοτέρων διηγημάτων του, που θέλουν να μοιάσουν με θεατρικά έργα, κυρίως εκεί που υπάρχουν τα άμεσα διαλογικά μέρη, με κάνουν να τον φανταστώ μέσα στο ψυχιατρικό ίδρυμα, στο κελί του, να υποτονθορίζει το πιο δοξασμένο αλλά και το πιο δραματικό φινάλε του νεώτερου δραματολογίου. Τον ακούω το πρωί με την ανατολή να παίζει μόνος του και τους δύο ρόλους.

Άλβινγκ: Για κοίτα Όσβαλντ, τι ωραία μέρα που ξημερώνει. Ο ήλιος λάμπει αστραφτερός.

Τώρα θα δεις τι ωραία που θα φωτισθούν όλα γύρω μας.

Όσβαλντ: Μητέρα, δώσε μου τον ήλιο.

Άλβινγκ: Τι είπες;

Όσβαλντ: Τον ήλιο. Τον ήλιο.

Άλβινγκ: Όσβαλντ τι έχεις; Τι συμβαίνει! Όσβαλντ! Όσβαλντ! Κοίταξέ με!

Δεν με γνωρίζεις;

Όσβαλντ: Τον ήλιο, τον ήλιο.

 

 

 

 

Λάκης Παπαστάθης