Τα σώματα των υποκριτών, αναδύονται, βυθίζονται, μπλέκονται, κρύβονται, αιωρούνται – κυρίως αιωρούνται και ισορροπούν – μέσα στο λαβυρινθώδες σκηνικό που είναι φτιαγμένο από καταπακτές και μυστικές κερκόπορτες. Το σκηνικό εδώ δεν είναι απλώς η όψη του έργου αλλά τα έγκατά του.

Στο κουκλόσπιτο που στεγάζει τη σκηνή η έλλειψη τετραγωνικών οδήγησε σε πολυποίκιλες χωροταξικές συνθέσεις και εκτινάξεις της δράσης – πάνω, κάτω, υπογείως, δεξιά, αριστερά, ψηλά στο ταβάνι – με ακρίβεια χρονομέτρου. Όλα είναι κουρδισμένα με μηχανισμούς βαρούλκων που παρακολουθούν άγρυπνα  τους ηθοποιούς και τους ανοίγουν το δρόμο. Σαν μηχανικό μπαλέτο παιδικού παιχνιδιού που εύκολα όμως μετατρέπει την αθωότητα μιας κούκλας σε εφιάλτη.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια, τα χρώματα, τα αντικείμενα εντάσσονται καίρια στην όλη θεατρική αφήγηση επιβάλλοντας τον δικό τους αφηγηματικό Λόγο, δίνοντας την εντύπωση στον θεατή πως παρακολουθεί εικαστικά δρώμενα που βγαίνουν από την καρδιά του θεατρικού κειμένου.

Η εκφορά του λόγου από τους ηθοποιούς επαναστατεί στον καταναγκασμό της ομοιοκαταληξίας για να υποταχθεί ξανά σ’ αυτήν, δημιουργώντας  τρύπες καθημερινότητας σ’ ένα στυλιζαρισμένο  κείμενο που πάει κι’ έρχεται στο χρόνο. Η συμφωνική πολυρυθμία λόγου και κίνησης μέσα στο μικρό θεατρικό αλωνάκι της οδού Κυκλάδων, οι κούνιες, οι μπάρες, τα μονόζυγα, οι σκάλες, καλούν τους ηθοποιούς στο αγώνισμα του θεάτρου και ταυτοχρόνως τους βοηθάνε να συνθέσουν τη δημιουργική τους συνάντηση μ’ ένα παλαιό θεατρικό κείμενο, που με το σύγχρονο βλέμμα του σκηνοθέτη γίνεται καινούργιο, των ημερών μας.

Ο ρόλος που παίζει ο Λευτέρης Βογιατζής είναι μια ιδιοφυής σύνθεση του Τατί, του Λιγνού, του κλόουν του Φελλίνι, του Άσενμπαχ στο «Θάνατο στη Βενετία» του Βισκόντι, αλλά και τσιρκολάνικων ρυθμών που επενδύονται στην ερμηνευτική παράδοση του Μολιερικού θεάτρου.

Στο τέλος της παράστασης, καθώς υποκλίνονται οι ηθοποιοί στις τρεις μικρές κερκίδες του θεάτρου και οι θεατές τους χειροκροτούν, είναι φυσικό να σκεφτεί κανείς με συγκίνηση πως για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνεται η αμοιβαία εμπιστοσύνη του καλλιτέχνη με το κοινό,  ξαναυπογράφεται αυτό το άτυπο «συμβόλαιο τιμής»εκατέρωθεν. Οι θεατές έχουν αντιληφθεί πως σπάνια έχουν την ευκαιρία να δουν στην Αθήνα αληθινό θέατρο και ο καλλιτέχνης γνωρίζει πως η θεατρική πράξη δεν είναι μια μοναχική πορεία. Το κοινό που απέκτησε εδώ και  χρόνια είναι σύντροφος στην προσπάθεια και απαραίτητος όρος για την ύπαρξή του.

Ο Λευτέρης Βογιατζής είναι ένας σκληρά εργαζόμενος μαραθωνοδρόμος της πνευματικής μας ζωής. Ένας μείζων καλλιτέχνης του θεάτρου στον καιρό μας που μπορεί να μας εμπνεύσει και να μας καθοδηγήσει.