Καθώς το τρένο μεταφέρει τον Καραγκιοζοπαίχτη με τους δυο βοηθούς του από την Πελοπόννησο στην Αθήνα, νιώθει κανείς πως το ρευστό της Ιστορίας τρυπώνει στη δράση των ηρώων και η «μικρή» ζωή του Μάστορα και των Παραγιών του συναντάει τη «μεγάλη» περιπέτεια της Ελλάδας, στις αρχές της δεκαετίας του ’50.

Ο σκηνοθέτης – σπουδαίος Έλληνας ντοκιμαντερίστας – θα ‘λεγε κανείς πως στήνει μέσα στον αφηγηματικό ιστό της ταινίας, ένα ιστορικό – ανθρωπολογικό ντοκιμαντέρ που διεκδικεί ισόποσο χρόνο, ισότιμη παρουσία. Με το ένα πόδι, η αφήγηση πατάει στο ιστορικοκοινωνικό πεδίο και με το άλλο, σχολιάζει θέματα σχετικά με τη ζωή των ηρώων και τον καραγκιόζη.

Καθώς το τρένο λοιπόν, αργόσυρτα ταξιδεύει, αισθάνεσαι πως κάπως έτσι πορεύεται και ο τόπος μας. Οι εισαγόμενες αλλαγές στον τρόπο ζωής, στην τεχνολογία, στη διασκέδαση, τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα και οι άνθρωποι που ζουν το ρυθμό και το ήθος της ελληνικής παράδοσης, αδυνατούν να τις ακολουθήσουν και να τις αποδεχτούν. Οι άνθρωποι σαστίζουν, συνεχώς εκπλήσσονται και οι ψυχές, οι προσκολλημένες στο βραδυπορούντα ιστορικό χρόνο, βουλιάζουν. Στιγμές – στιγμές έχεις την αίσθηση πως ζεις ένα ρέκβιεμ για κάτι που οριστικά χάνεται.

Από ένα σταθμό ανεβαίνει στο βαγόνι τους, συνοδευόμενος από δυο χωροφύλακες, ένας αριστερός κρατούμενος. Του βγάζουν τις χειροπέδες και τον καθίζουν κάπως απόμερα. Ο ένας χωροφύλακας ανάβει το τσιγαράκι του, που δεν προλαβαίνει όμως να το απολαύσει, γιατί ο κρατούμενος – ένας νέος άντρας γύρω στα τριάντα – τραγουδάει το πασίγνωστο αντάρτικο τραγούδι .. «πάει καιρός που έβγαινες στους δρόμους, τη σκούφια φόραγες λεβέντικα, στραβά, τα μαύρα τα μαλλιά μας κι αν άσπρισαν δεν μας τρομάζει η βαρυχειμωνιά … θα ‘ρθουν καιροί, καιροί ευτυχισμένοι ….». Ο Χωροφύλακας του δίνει μια γροθιά στο μάτι και τον ματώνει. «Πάψε ρε γομάρι, θα βρούμε κανά μπελά!». Ο Άγγελος, που παρακολουθεί τη σκηνή, σηκώνεται και δίνει στον κρατούμενο το μαντήλι του. Ο τραγουδιστής του καραγκιοζίστικου μπερντέ και ο επαναστάτης κοιτάζονται στα μάτια. Αυτό το βλέμμα αλληλεγγύης νιώθεις πως το θερμαίνει ο καημός του τόπου και για τους δυό.

Η δεύτερη συνάντηση του καραγκιοζίστικου θιάσου, – ενώ το τρένο διασχίζει  την Πελοπόννησο – γίνεται με τον Ελληνοαμερικάνο. Είναι ένα κοντό, κουρασμένο ανθρωπάκι που τον παίζει ο αξέχαστος Στράτος Παχής. Κάθεται για κουβέντα δίπλα στο Μάστορα, ο οποίος  ευγενικά μαζεύεται για να του κάνει χώρο… «Μπορώ να κάτσω στην παρέα σας; Στην Ελλάδα οι άνθρωποι, ιτς οκέϋ, μιλάνε! Στην Αμερική πολύ δουλειά και λίγη κουβέντα! Τώρα εγώ πήρα σύνταξη. Καθόλου δουλειά και πολύ κουβέντα! Σαράντα χρόνια σε πέντε πολιτείες! Χιλιάδες πιάτα έπλυνα κι ούτε ένα δεν έσπασα! Βλέπω στον ύπνο μου πιάτα! Τώρα ήρθα στην πατρίδα να κλείσω τα μάτια». Για τη ζωή στην Αμερική ενδιαφέρεται ρωτώντας τον Ελληνοαμερικανό, μόνον ο Θεοφάνης, ο νεαρός Παραγιός, ο δραπέτης της ταινίας, που τον πήρε στη δουλειά ο Μάστορης απ’ τα δέκα του χρόνια. Ο άλλος, ο Άγγελος, είναι πιο «εσωτερικός», πιο δεμένος με την παράδοση του τόπου. Μιλάει για την επαρχία και τους ανθρώπους της με αγάπη αλλά και αναζητάει το καλό κρασί. Δεν είναι τυχαίο πως από το παράθυρο βλέπουμε αμπέλια!

Ο Ελληνοαμερικάνος συνεχίζει απευθυνόμενος στο Μάστορα.

  • Εσείς τι δουλειά κάνετε;
  • Καραγκιοζοπαίχτης.
  • Α, είχα δει καραγκιόζη στην Πάτρα, το 1910 πριν φύγω.
  • Έχουνε καραγκιόζη στην Αμερική;
  • Νο …. Νο … έχουνε το τελεβίζιον. Είναι ένα κουτί μ’ ένα γυαλί μπροστά. Γυρνάς ένα κουμπί κι έρχονται οι άνθρωποι στο γυαλί … Yes …
  • Και μπορεί να τους πιάσεις όπως τις φιγούρες μου;
  • Νο, Νο τους βλέπεις μόνο. Μιλάνε τραγουδάνε, παίζουνε θέατρο…
  • Πού είναι αυτοί, πίσω απ’ το γυαλί;
  • Νο, στο σταθμό είναι, από εκεί παίζουν.
  • Κι ο σταθμός είναι πίσω απ’ το γυαλί;

Ο Ελληνοαμερικάνος βγάζει ένα τσαλακωμένο διαφημιστικό τηλεοράσεων. Το δείχνει. Ο Καραγκιοζοπαίχτης φαίνεται σίγουρος. «Δεν θα πιάσει  αυτό το πράμα στην Ελλάδα!» Μαζί με τις τηλεοράσεις, ο Ελληνοαμερικάνος τους δείχνει και τη φωτογραφία μιας ηλεκτρικής καφετιέρας. Δέκα λεπτά πριν απ’ αυτή τη σκηνή, ο θεατής της ταινίας είχε δει ελληνικά χωριά χωρίς ρεύμα.

Στον τελευταίο σταθμό πριν από το τέρμα κορυφώνεται η κρίση και επαναβεβαιώνεται κατά κάποιο τρόπο η άποψη πως ο τόπος αλλάζει δραματικά. Φως ελπίδας η πίστη στην επανάσταση και η παρηγοριά της παράδοσης. Αυτό το αντιφατικό δίπολο – η παράδοση δηλαδή, που απαιτεί πίστη στο παρελθόν και αργούς ρυθμούς ανανέωσης και η επανάσταση που είναι το αντίθετό της – πολλές φορές στην Ελλάδα δημιούργησε ένα μείγμα ιδιαιτέρως δημιουργικό.

Ο επαναστάτης λοιπόν κρατούμενος αποσπά την αφήγηση από τους ήρωες, καθώς κατεβαίνει με τη συνοδεία του απ’ το τρένο και παραδίδεται, με το μάτι βουλωμένο, σ’ έναν άλλο ωροφύλακα, προκειμένου να μεταφερθεί στην Ακροναυπλία. Δίπλα και παραδίπλα στο σταθμό, σκορπισμένες βαλίτσες και κοφίνια με τρόφιμα. Ένα νέο παιδί, κρατώντας μια μέθοδο αγγλικής, μαθαίνει τη γλώσσα συλλαβίζοντας λέξεις. « Τσαιρ … καρέκλα, πένσιλ ….. μολύβι, μάνεϋ …. χρήμα». Κάποιος ναυτικός πράκτορας εκφωνεί ονόματα και τόπο προορισμού «Σικάγο … Βοστόνη …. Νεβάδα … Νιού Τζέρσεϋ, Νέα Ορλεάνη». Οι μετανάστες παίρνουν τα ταξιδιωτικά έγγραφα και ξαναπηγαίνουν στους φίλους και την οικογένεια που τους αποχαιρετά. Ένα παιδί στην αγκαλιά της μάνας του, κλαίει ασταμάτητα. Ο Μάστορας με τον πιστό Παραγιό του τον Άγγελο, παρακολουθεί τη σκηνή απ’ το παράθυρο του τρένου. Οι δυο άντρες συνεννοούνται με τα μάτια. Ο Καραγκιοζοπαίχτης βγάζει τη φιγούρα του Καραγκιόζη απ’ τη βαλίτσα του. Αρχίζει να κραυγάζει ένα ρυθμό και να κινεί τον καραγκιόζη κάνοντας πανί το τζάμι του μισάνοιχτου παραθύρου του τρένου. Ο Άγγελος αμέσως σχεδόν τραγουδάει .. «όταν το δέντρο καίγεται φεύγουνε όλα τα πουλιά του…. Όμως ο ίσκιος του πιστός καίγεται μέσα στη φωλιά του…»

Το παιδί σταματάει να κλαίει αλλά τώρα σφυρίζει πένθιμα το τρένο που αναχωρεί και τα έγχορδα της μουσικής παίρνουν το τραγούδι του Άγγελου και ουσιαστικά το μοιρολογούν.

Το ταξίδι, για το Μάστορα και τους Παραγιούς του, τελειώνει. Ερχόμενος ο Καραγκιοζοπαίχτης στο σπίτι του, ανοίγει το βάζο με το σπιτικό γλυκό του κουταλιού και απολαμβάνει μια γεμάτη κουταλιά.