Η Φόνισσα πρωτοδημοσιεύεται στο δεκαπενθήμερο περιοδικό Παναθήναια σε έντεκα συνέχειες. Από τις 15 Ιανουαρίου έως τις 15 Ιουνίου 1903. Ένα απόσπασμα κάθε δεκαπέντε ημέρες. Τακτικά, χωρίς καμιά αναβολή. Ξεκινάει με επτά δίστηλες σελίδες ως πρώτο και κύριο θέμα του περιοδικού. Στο ίδιο τεύχος Μαρτζώκης, Μεριμέ, Νιρβάνας, φιλοσοφικά και ιστορικά δοκίμια. Υπάρχει και μια ολοσέλιδη ζωγραφιά του Γύζη που απεικονίζει έναν Σάτυρο να μαθαίνει χορό σε μικρά γυμνά κορίτσια. Μικρά κορίτσια; Επίτηδες την έβαλαν; Ήθελαν μήπως να υποβάλλουν κάποια σχέση με τα κορίτσια της Φραγκογιαννούς; Η παρουσία του Γύζη συνδυάζεται με μία επιστολή εκ Κωνσταντινουπόλεως στην οποίαν διαβάζουμε πως μία κυρία ζήτησε από τον σύζυγόν της να αγοράσει «την Δόξαν του Γύζη μας. Ας έρθει η φωτεινή εικών να δοξάσει τον λόφον μας εδώ εις το Πέραν».

Το δεύτερο απόσπασμα είναι στην ένατη σελίδα και αποτελείται από πεντέμιση σελίδες. Πορφύρας, Βελλιανίτης, Αλεξάντρα Παπαδοπούλου και κριτική του Ξενόπουλου –επιφυλακτική- για τον Ψυχάρη. Το περιοδικό διενεργεί έρανο για την προτομή του Σολωμού. Ο Ιωάννης Γρυπάρης προσφέρει 10δρχ  και η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου 15.

Το τρίτο απόσπασμα της Φόνισσας αποτελείται από έξι σελίδες και είναι το τρίτο θέμα καθώς ξεφυλλίζεις το περιοδικό. Κείμενο του Ν. Επισκοπόπουλου για τον Ζολά, μετάφραση από τον Γ. Καλοσγούρο του πέμπτου άσματος από την Κόλαση του Δάντη. Ιστορικά κείμενα και πληροφορίες για τις ανασκαφές στην Κρήτη από τον Έβανς.

Το τέταρτο και πέμπτο απόσπασμα είναι σαφώς υποβαθμισμένα. Στις 15 Μαρτίου του 1903 η Φόνισσα υπάρχει μόνο με δύο σελίδες. Στην τελευταία σελίδα διαβάζουμε πως «ο κύριος Κωστής Παλαμάς ανέγνωσε προ ημερών εις στενόν κύκλον φίλων το πεντάπρακτον δράμα του η Τρισεύγενη. Η εντύπωσις του έργου υπήρξε αρίστη!»

Στις 31 Μαρτίου αρχίζει η μεγάλη έρευνα του περιοδικού για τη γλώσσα, που θα συνεχισθεί σε πολλά τεύχη. Είναι φανερό πως μονοπωλεί το ενδιαφέρον του εκδότη. Ωστόσο η Φόνισσα υπάρχει στις πίσω σελίδες των τριών επόμενων τευχών με το έκτο, έβδομο και όγδοο απόσπασμα.

Στις 15 Μαϊου κυριαρχεί η δημοσίευση εκτεταμένου αποσπάσματος από την Τρισεύγενη του Παλαμά. Το ένατο απόσπασμα της Φόνισσας εκτείνεται μόνο σε δυόμιση σελίδες.

Στις 31 Μαϊου κυριαρχεί και πάλι ο Παλαμάς με τις απόψεις του για τη γλώσσα και στις τελευταίες σελίδες δημοσιεύεται ένα πολύ συγκινητικό σημείωμα από τον Ξενόπουλο για τον Βουτυρά. Το προτελευταίο απόσπασμα της Φόνισσας είναι έκτο στη σειρά των θεμάτων του περιοδικού.

15 Ιουνίου 1903. Η Φόνισσα τελειώνει με τις τελευταίες  εξίμιση σελίδες. Επιτέλους ακούγεται … «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης». Στο ίδιο τεύχος δημοσιεύονται ασπρόμαυρες εικόνες του Θεοτοκόπουλου που νιώθεις πως δημιουργούν, σαν από μυστικό δρόμο άλλης παράδοσης και άλλης εποχής, μια κάπως ρευστή αλλά έντονη συνάντηση με το έργο του Παπαδιαμάντη. Σαν να τονίζουν με άγνωστους ήχους τη σιωπή του τέλους της Φόνισσας.

Στις έντεκα συνέχειες δεν υπάρχει κανένα σχόλιο για την Φόνισσα.

Στην έρευνα για τη γλώσσα δεν ζητήθηκε η γνώμη του Παπαδιαμάντη. Ίσως ένιωθαν οι υπεύθυνοι του περιοδικού πως η απάντησή του κρυβόταν στην ίδια τη Φόνισσα που δημοσιευόταν στις διπλανές σελίδες.

Ξαναδιαβάζοντάς την σήμερα, κομμάτι κομμάτι, δεν μπορείς να αναπαραστήσεις τη λειτουργία του αναγνώστη του 1903. Γιατί εσύ γνωρίζεις τον θρύλο του έργου, ξέρεις περίπου τί έχει επενδυθεί σ’ αυτό, 108 χρόνια τώρα, και έχεις διαβάσει το τρομερό φινάλε. Ενώ εκείνος; Ζούσε την εξέλιξη της αφήγησης με κενά δεκαπέντε ημερών. Τί συνέβαινε σ’ αυτές τις δεκαπέντε μέρες μέσα του; Σκεφτόταν το απόσπασμα που είχε διαβάσει και προετοιμαζόταν για το επόμενο; Περίμενε το ταχυδρομείο- αν ήταν συνδρομητής των Παναθηναίων– ή πήγαινε στο κιόσκι να αγοράσει το τεύχος λαχταρώντας τη συνέχεια; Μόλις το άνοιγε αγνοούσε όλα τα άλλα κείμενα και έψαχνε την Φόνισσα; Ή μήπως δεν συνέβαινε αυτό και το αριστούργημα γεννιόταν σιγά σιγά, το πρώτο εξάμηνο του 1903, χωρίς να πολυγίνεται αντιληπτή η σημασία του; Ενώ ξεκίνησε σαν λογοτεχνικό γεγονός στην πρώτη σελίδα, ο διευθυντής και ιδιοκτήτης Κίμων Μιχαηλίδης, στα επόμενα τεύχη το έριχνε στις πίσω σελίδες. Μήπως τότε για τους αναγνώστες του περιοδικού, ο Μαρτζώκης, ο Σκίπης, ο Πορφύρας και τόσοι άλλοι που σήμερα σχεδόν έχουν σβήσει ήταν εξίσου σημαντικές αξίες της λογοτεχνίας μας;

 

Ο Παύλος Νιρβάνας πάντως –τακτικός συνεργάτης και κριτικός του περιοδικού- θα πήγαινε να συναντήσει με το Κόδακ του τον Παπαδιαμάντη στην Δεξαμενή, θα τον φωτογράφιζε και θα μιλούσε για την Φόνισσα τρία χρόνια μετά.