Στη μνήμη του

Θα αναφερθώ σε μια κριτική του Νίκου Κολοβού που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Λέξη μετά το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου του 1987 καθώς και σε μια συνάντησή μας λίγες εβδομάδες μετά. Πρέπει να θυμίσω πως τότε δεν υπήρχε η δυνατότητα του DVD με το οποίο μπορούσε ένας κριτικός να δει όσες φορές ήθελε μια ταινία πριν γράψει την κριτική του. Στο Φεστιβάλ έβλεπε την ταινία άπαξ, ανάμεσα σε δεκάδες άλλες και είχε λίγο χρόνο να διατυπώσει τις κρίσεις του. Ίσως, μου είπε ο Νίκος Κολοβός όταν συναντηθήκαμε στα τέλη του ’87, αυτή η πρώτη εντύπωση από ένα φιλμ να έχει μια αστραπιαία αυθεντικότητα που χάνεται με την εξαντλητική ανάλυση πλάνο-πλάνο γυρίζοντας το φιλμ μπρος-πίσω, ψάχνοντας το από το πρώτο μέχρι το τελευταίο καρέ. Αυτή η δίωρη συνάντηση του φιλμ με τον κριτικό μέσα στη σκοτεινή σάλα αποκαλύπτει και τους δυο. Είναι ίσως και μια αναμέτρηση. Ο καθένας υπερασπίζεται την αλήθεια του και προσέρχεται σ’ αυτή τη συνάντηση με τον κόσμο που φέρει. Και όταν αυτή η σχέση γίνεται από τον κριτικό γραπτό κείμενο, πριν προλάβει να πολύοργανώσει τις άμυνές του, τις δικλίδες ασφαλείας, τότε, επαναλαμβάνω, αυτοαποκαλύπτεται μέσα από το κείμενό του. Σ’ αυτό το παρθενικό αίσθημα του κριτικού – συνέχιζε ο Νίκος Κολοβός –  στηρίζεται αλλά και ελπίζει κάθε τέχνη. Είναι ο απαραίτητος κρίκος για κάθε δημιουργία. Το δοκίμιο είναι ένα στάδιο μετά, που δεν πρέπει όμως να λησμονεί αυτό το νωπό αίσθημα της πρώτης συνάντησης, της πρώτης εντύπωσης, της πρώτης συγκίνησης.

Το Φεστιβάλ του ’87 θεωρήθηκε από πολλούς το πιο ποιοτικό, στα 28 ώς τότε χρόνια της λειτουργίας του. Ο Νίκος Κολοβός έκρινε εννέα ταινίες από τις δεκαπέντε που παίχτηκαν στο Φεστιβάλ. Ήταν εξαιρετικά θετικός για δύο ταινίες που σαφώς στηρίζονταν στη μαρξιστική ή μάλλον στην μεταμαρξιστική σκέψη προκειμένου να ερμηνεύσουν γεγονότα του ελληνικού παρελθόντος. Αυτές ήταν ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΧΕΛΙΔΟΝΑΣ του Κώστα Βρεττάκου και Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΕΪΝΤΑΝΟΣ του Δήμου Θέου. Για έξι ταινίες οι κριτικές του ήταν αρνητικές ή μάλλον αρνητικές με πολύ ενδιαφέρουσες όμως απόψεις. Η ένατη ταινία που έκρινε ήταν η δική μου, Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ. Είναι μια κριτική που περισσότερο αμφιβάλλει, που θέτει ερωτήματα.  Στιγμές – στιγμές η κρίση του φαντάζει αρνητική,  σ’ άλλες πάλι δεν κρύβει την συγκίνησή του.

Ο «Θεόφιλος» του Λάκη Παπαστάθη φιλοδοξεί, – γράφει –  αν καταλάβαμε σωστά, να «συμπληρώσει» την ελλιπή βιογραφία του λαϊκού μας ζωγράφου. Οι ειδικοί μελετητές πιθανόν να μην αναγνωρίσουν το Θεόφιλο στο σχήμα που του δίνει ο σκηνοθέτης. Ούτε τα ιστορικά συμβάντα θα συμφωνούσαν συσχετιζόμενα με τον περιθωριακό βίο του. Πολύ λιγότερο τα αναφερόμενα στην περίοδο του  Πηλίου και την τελευταία εγκατάσταση στη Μυτιλήνη (σχέσεις με Τεριάντ-οικείους του-θάνατος). Ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος επικαλείται ορισμένα αδιάφορα πιθανόν συμβάντα (κατάταξη στο στρατό, παρακολούθηση του χειροδύναμου αθλητή, επίσκεψη σε αστικό σπίτι κ.α.) Σκοπός του είναι να σκιαγραφήσει (να φανταστεί περισσότερο) τον άνθρωπο.

Σ’ αυτό το πρώτο μέρος της κριτικής του ο Νίκος Κολοβός, ο άνθρωπος που με πάθος μετέφρασε βιβλία όπως Κοινωνιολογία και Μαρξισμός, Λογοτεχνία και Ιδεολογία, Για έναν διαλεκτικό κινηματογράφο, Φροϋδισμός και Μαρξισμός, προσπάθησε να αποτρέψει τους αναγνώστες του από το να δουν το φιλμ με συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές. Θεώρησε υποχρέωσή του να τους οδηγήσει από άλλο δρόμο στην ταινία.

Μετά περνάει σε μια συγκρατημένα θετική κρίση για το πώς η ταινία απέδωσε τη σχέση του Θεόφιλου με τη ζωγραφική του.

Οι σκηνές που αναδείχνουν τη σχέση του ζωγράφου με το έργο του είναι σημαντικές. Κυρίως αυτές που δείχνουν τη νοσταλγική, σχεδόν ερωτική επανεύρεση παλαιών ζωγραφιών του. Αυτές οι στιγμές είναι πλούσιες σε σημασία. Ακολουθεί ακόμα μια θετική κρίση με μια μικρή επιφύλαξη που αφορά στην ιστορική ακρίβεια. Πολύ καλή, παρ’ όλη την ιστορική υπερβολή της κι αυτή, η σκηνή όπου η θαυματοποιός Κάμα απαγγέλλει Ρωμαίο και Ιουλιέτα του Σαίξπηρ και Γκόλφω του Περεσιάδη.

Η σκηνή έδειχνε τον Θεόφιλο και την περιοδεύουσα ηθοποιό να απαγγέλλουν με μεγάλη ευχέρεια παίζοντας θεατρικούς ρόλους από το ρεπερτόριο των μπουλουκιών. Κρίνεις τη σκηνή, του λέω στη μετά από την κριτική συνάντησή μας, χαρακτηρίζοντας ως ιστορική υπερβολή κάτι που όμως είναι στην καρδιά του έργου του Θεόφιλου, τις λαϊκές φυλλάδες δηλαδή και το πνεύμα τους. Μπορεί να μη συνέβη έτσι ακριβώς θα μπορούσε όμως να συμβεί, όλα οδηγούν σ’ αυτό. Οι ήρωες της Γκόλφως, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα, στην εκδοχή των μπουλουκιών και της παραλογοτεχνίας, έχουν απαθανατιστεί στο έργο του.

Η αίσθησή μου είναι πως υπερβάλλεις –μου απαντάει-  ήθελες πολύ να δείξεις αυτή τη σκηνή που την φαντάστηκες  και παραβίασες τους όρους που θα την έκαναν πειστική. Τη στιλιζάρισες λίγο, την έκανες συμβολική γιατί φαντάζομαι πως και ο ίδιος ένιωθες πως δεν στέκει σαν ρεαλιστική αναπαράσταση. Γιατί δεν είναι φυσικό δυο άνθρωποι να απαγγέλλουν σαν τρελοί ποιήματα και ρόλους. Ακολούθησε εκ μέρους μου μια παύση. Αυτή η παύση που ρουφάς τα λόγια του άλλου και τα βάζεις μέσα σου να τα σκεφτείς.

      Ακολουθούν τρεις αρνητικές κρίσεις που υπήρξαν για μένα απόλυτη ανατροπή των βεβαιοτήτων μου, κατεδάφιση των ατού της ταινίας. Γράφει: Αδύνατος ο φωτισμός στη φωτογραφία του Θεόδωρου Μαργκά. Άνιση η προσωποποίηση του Δημήτρη Καταλειφού. Όχι ιδιαίτερα επιτυχημένη η επιλογή των χώρων γυρίσματος.

Η φωτογραφία της ταινίας, που επαινέθηκε ιδιαιτέρως τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό, κυρίως στο Φεστιβάλ Βερολίνου, είχε την άποψη πως η εικόνα της αφήγησης δεν έπρεπε να μιμηθεί τη ζωγραφική του Θεόφιλου κι αυτό γιατί πιστεύαμε πως αυτή ήταν ένα παράθυρο στο κόσμο της ψυχής του, δεν ήταν η πραγματικότητα, η καθημερινότητα μέσα στην οποία ζούσε.  Κάπως ενοχλημένος από την κριτική του, του απαντώ πως ο Θεόφιλος δεν απεικόνιζε την εποχή του, έφευγε στον μύθο, στο φως που αυτός έβλεπε να φωτίζει τα πρόσωπα που αγαπούσε. Μέσα στην κάπως ρεαλιστική εικόνα της ταινίας η παρουσία του και οι ζωγραφιές του έμοιαζαν από άλλο κόσμο. Το να μιμηθεί η φωτογραφία μιας ταινίας τη ζωγραφική, π.χ. του Θεόφιλου, ενώ μιλάει για τη ζωή του, είναι επικίνδυνα μανιερίστικος τρόπος. Ολοκλήρωσα τις απόψεις μου κάνοντας περίπου διάλεξη: Η  μετατροπή της ζωγραφικής σε φιλμική εικόνα με φίλτρα και χημική επεξεργασία έχει επιχειρηθεί συχνά χωρίς όμως πειστικό αποτέλεσμα. Γιατί η ζωγραφική εικόνα δεν αναπαρίσταται από άλλες τέχνες, αντιστέκεται, απαιτεί τη δοκιμασία της συνείδησης και του μέσου για να υπάρξει.

Με άκουγε με μεγάλη προσοχή – που ένιωθα πως με τιμούσε ιδιαιτέρως – και περιέργως συμφωνούσε απολύτως μαζί μου. Όση ώρα μιλούσα είχε το κεφάλι σκυφτό και σκεφτόταν. Μετά μου λέει: Εγώ δεν σου έγραψα πως είναι κακή η φωτογραφία αλλά πως είναι αδύνατος ο φωτισμός. Σου λέω τώρα πιο αναλυτικά πως θα προτιμούσα το φως να είναι πιο έντονο κατά κάποιο τρόπο να πρωταγωνιστεί. Για να βρει ο ζωγράφος το πνευματικό, το εσωτερικό του φως, θα έπρεπε να ζει στο πετσί του και στα μάτια του, το πραγματικό φως, αυτό που καθημερινά βιώνει και που είναι κατά κάποιο τρόπο η πρώτη ύλη που θα την μετατρέψει εσωτερικά, θα την μεταπλάσσει στο δικό του φως.

Έμεινα αποσβολωμένος βέβαια, και ακόμα και σήμερα προβληματίζομαι σοβαρά πάνω στα λεγόμενά του. Η σκέψη του με πάει εκείθεν του αυτονόητου σ’ ένα άλλο πεδίο προβληματισμού που ποτέ δεν είχα καν υποψιαστεί ότι υπάρχει.

Η δεύτερη αρνητική κρίση ήταν ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη.

Άνιση –γράφει – η προσωποποίηση του Δημήτρη Καταλειφού. Τελεία και παύλα, μόνο αυτό! Πρέπει να σας αναφέρω πως η ερμηνεία του Δημήτρη Καταλειφού, όπου διαγωνιζόταν στην Ελλάδα, έπαιρνε το πρώτο βραβείο ομόφωνα. Τόσο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης όσο και στα κρατικά βραβεία. Υπήρξε τότε ενθουσιασμός για την εμφάνιση και την καθιέρωση ενός ηθοποιού υψηλοτάτου επιπέδου πράγμα που δεν συμβαίνει συχνά στον τόπο μας. Πρέπει να πω επίσης πως εκείνος ο ενθουσιασμός του ’87 για τον Δημήτρη επιβεβαιώνεται, προϊόντος του χρόνου, όλο και περισσότερο, τόσο που σήμερα θεωρείται ένας καλλιτέχνης μείζονος σημασίας για το θέατρο και τον κινηματογράφο.

Ο Νίκος Κολοβός χρησιμοποίησε τη λέξη προσωποποίηση. Προσωποποιώ σημαίνει δίνω πρόσωπο σε κάτι που είναι άψυχο  -Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος τα δυο βουνά μαλώνουν κλπ –   ή δημιουργώ ένα πρόσωπο σε ανάμνηση κάποιου άλλου που δεν υπάρχει. Δεν κάνω παίζοντας πως είμαι το ίδιο πρόσωπο στο οποίο αναφέρομαι, πως ζω δηλαδή στα 1910, αλλά δημιουργώ μια σύμβαση που λέει  «πες πως είμαι ο Θεόφιλος εγώ, ένας σύγχρονος ηθοποιός που παίζω και αναπαριστώ τα γεγονότα που σχετίζονται με τον Θεόφιλο. Δεν κάνω πως είμαι ο ίδιος αλλά προσωποποιώ με τη δική μου όψη, τη δική μου ψυχή  αυτόν που τώρα δεν υπάρχει. Δεν τον ανασταίνω, δεν θέλω να πιστεύετε πως είμαι αυτός– άλλωστε είμαι μισό μέτρο ψηλότερος – αλλά να βρείτε την αλήθεια του να τον θυμηθείτε μέσα από μένα που θα παίξω το ρόλο».

Περίπου αυτά του έλεγα του Νίκου κι αυτός και πάλι συμφωνούσε, μερικές φορές συμπλήρωνε τα λεγόμενά μου για να αποκτήσουν μεγαλύτερη ακρίβεια, να συνεννοηθούμε. Πάντα ήταν με το κεφάλι σκυφτό και πολύ συγκεντρωμένος. Μισός σκεφτόταν και  μισός άκουγε. Όταν του είπα κάπως κουλτουριάρικα και με όχι σαφή διατύπωση πως ανάμεσα σε μας που ζούμε στο παρόν και στα πρόσωπα παλαιότερων εποχών, υπάρχει ένα κενό μέσα στο οποίο πρέπει ο ηθοποιός να κάνει βουτιά για να μπορέσει να συνθέσει δημιουργικά το πρόσωπο που ερμηνεύει, σήκωσε το κεφάλι και μου είπε: Συμφωνώ με τη σκέψη και τον τρόπο που τον αναπαρέστησε, δεν πιστεύω όμως πως το τελικό αποτέλεσμα ήταν απολύτως επιτυχές. Κυρίως εκεί που έπρεπε να γεφυρώσει το κάπως σχηματικό παίξιμο που σχολίαζε το ρόλο με τις πιο άμεσες στιγμές, τις αφηγηματικές ή τις πιο συγκινητικές. 

Και όλα αυτά – του λέω – τα πολύ ενδιαφέροντα και ουσιώδη γιατί δεν τα έγραψες στην κριτική σου;

-Γιατί τα σκέφτηκα – μου απαντάει γελώντας – τις επόμενες ημέρες, μετά την προβολή. Πιστεύω πως κριτική είναι η άμεση εντύπωση. Η πολύ εκλογικευμένη και αναλυτική σκέψη μπορεί να ακολουθήσει.

Μου είπε δηλαδή, ξανά, αυτό που συμβαίνει στον καθένα μας. Άλλο η ισχυρή πρώτη εντύπωση που εκφράζεται αποσπασματικά, που είναι σαν αστραπή στη συνείδηση και τα αισθήματα, κι άλλο η ώριμη επεξεργασμένη σκέψη πάνω σ’ ένα κείμενο και συγκεκριμένα εδώ, πάνω σ’ ένα φιλμικό κείμενο, για να χρησιμοποιήσω μια ιδιαιτέρως προσφιλή φράση του Νίκου Κολοβού.

Μετά – προλαβαίνοντάς με – μου εκφράζει τις επιφυλάξεις του για τις επιλογές των χώρων όπου γυρίστηκε το φιλμ. Είχε γράψει Όχι ιδιαίτερα επιτυχημένη η επιλογή των χώρων γυρίσματος. Προφορικά τώρα συμπληρώνει: Είδα πως έκανες λήψεις στον Κισσό, στην Τσαγκαράδα, στους Πινακάτες και στο σπίτι του Κοντού στην Ανακασιά. Εγώ έχω συνδέσει την παρουσία του Θεόφιλου μέσα στο Βόλο, στα Παλιά και στα πολύ κοντινά χωριά, δηλαδή την Ανακασιά, τη Μακρυνίτσα, την Πορταριά, τον Άνω Βόλο, τα Λεχώνια, τη Δράκια. Τόσο ψηλά, στην Τσαγκαράδα και τον Κισσό, νομίζω πως δεν έφτασε ποτέ!

Του απαντάω – κάπως αμήχανα γιατί στο βάθος είχα πεισθεί πως είχε δίκιο – πως στη Μακρυνίτσα και την Πορταριά είναι φανερά αναπαλαιωμένα τα κτίρια κι αυτό, για το σινεμά, είναι χειρότερο από το να είναι παλιά και μισογκρεμισμένα, ενώ τα Παλιά του Βόλου, η Ανακασιά και τα Λεχώνια,  είναι εντελώς αλλαγμένα. Συμπλήρωσα πως προσπαθήσαμε να συνθέσουμε τον τόπο όπου έζησε ο ζωγράφος επιλέγοντας αυθεντικά στοιχεία πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής από όλο το Πήλιο.

Ίσως επειδή ζω στο Βόλο -μου απαντάει –  γνωρίζω πολύ καλά πως τα χωριά του ανατολικού Πηλίου ψηλά, είναι διαφορετικά από αυτά που είναι χαμηλά κοντά στο Βόλο.  Η ενότητα που δημιούργησες στο ντεκόρ ήταν ανομοιογενής. Ήταν απλώς ένα «ωραίο» αισθητικά ντεκόρ, για τους γνωρίζοντες όμως δεν αντιπροσώπευε την ουσία της ζωής και του έργου του Θεόφιλου. Ίσως να κάνω λάθος, αυτή όμως τώρα είναι η γνώμη μου. Όταν ξαναδώ την ταινία σου ίσως σου μιλήσω πιο αναλυτικά και με μεγαλύτερη βεβαιότητα.

Τον ευχαρίστησα και χωρίσαμε πολύ φιλικά. Αυτή η συνάντηση ήταν η αρχή της φιλίας μας. Συναντιόμασταν σπάνια, αλλά όταν τον έβλεπα, έστω και από μακριά με τη Νίκη κάτι γλύκαινε μέσα μου. Δώδεκα χρόνια μετά, παίχτηκε στο Πανεπιστήμιο του Βόλου,  με πρωτοβουλία του αξέχαστου καθηγητή Δεληγιάννη, ο «Θεόφιλος». Παρών στην προβολή και ο Νίκος Κολοβός με τη Νίκη. Στο τέλος μου είπε: Πρέπει να ξαναβλέπουμε , να ξαναγράφουμε για κάποιες ταινίες. Τώρα έχω να σου πω πολύ περισσότερα.

Αναφέρω εδώ το φινάλε της κριτικής του για τον «Θεόφιλο», το ’87.

Αναδίνει όμως μια πνευματικότητα αυτό το φιλμικό κείμενο. Κάτι σαν εκείνο τον αργό και ανεξάντλητο καπνό που αναδύεται πάνω απ’ τις  στέγες της πάτριας Ιθάκης.

Εικοσιένα χρόνια μετά, είναι, κατά τη γνώμη μου, ό,τι συγκινητικότερο έχει γραφτεί γι’ αυτή τη ταινία. Άλλοι θα τον θυμούνται και θα τον σέβονται για το πνεύμα του, τη σκέψη, το ήθος του, για την συντροφικότητά του. εγώ θα τον θυμάμαι πάντα γι’ αυτή τη μικρή κριτική και την συνάντησή μας που ακολούθησε. Υπόσχομαι πως κάποτε θα προσπαθήσω να γράψω ένα μεγάλο κείμενο που να αναφέρεται στη σημασία των κριτικών του για το Νέο Ελληνικό Σινεμά.