Στο 1ο του βιβλίο αποτελούμενο από αφηγηματικά κείμενα αναζητεί απαντήσεις στο τι έμεινε από τον πολιτισμό εκείνης της εποχής.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  ΤΟ ΒΗΜΑ 12/06/2011, 05:45

Εχει σκηνοθετήσει ταινίες όπως ο «Θεόφιλος» και «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», ενώ εξακολουθεί να σκηνοθετεί την πιο μακρόχρονη σειρά ντοκυμαντέρ που προβάλλεται από τη δημόσια ελληνική τηλεόραση, το «Παρασκήνιο». Ο Λάκης Παπαστάθης περνάει από το σινεμά στη λογοτεχνία με μικρά αφηγηματικά κείμενα, σαν ψηφίδες ντοκυμαντέρ, τα οποία συγκροτούν ένα πανόραμα της κουλτούρας της Μεταπολίτευσης. Ο ίδιος, μιλώντας στο «Βήμα», αναφέρεται στις πικρές διαψεύσεις των αξιών και των οραμάτων, στις λανθασμένες κατευθύνσεις που πήρε η γενιά του, αλλά και στο τι τον κρατάει σήμερα σε εγρήγορση και σε τι ελπίζει.

– Κύριε Παπαστάθη, το βιβλίο σας είναι μια αναμέτρηση με τον πολιτισμό της Μεταπολίτευσης. Τι έχει μείνει από αυτόν;

«Μένει η εμπειρία από τον λανθασμένο δρόμο. Οταν έπεσε η χούντα, το όνειρο ήταν ζωντανό. Πιστεύαμε στη δημοκρατία, στην αξιοπρέπεια της χώρας μας, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στις αξίες του ελληνικού λαού, στην παράδοση, στην Ιστορία του, αλλά και στη σχέση των Ελλήνων με την τέχνη, τον πολιτισμό, την παιδεία, τον έρωτα, την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά. Νομίζαμε ότι όλα αυτά ήταν πολύ εύκολο να πραγματοποιηθούν, αρκεί απλώς να το επιθυμούσαμε. Μετά την πρώτη ευφορία όμως, ένιωθες σιγά-σιγά ότι αυτές τις αξίες ο καθένας τις εννοούσε διαφορετικά και ότι το επίπεδο της χώρας χαμήλωνε απελπιστικά. Παντού. Το έβλεπες, αλλά είχες μάθει να λες “δεν βαριέσαι, η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει”. Ο λαϊκισμός ισοπέδωνε τα πάντα. Κυρίαρχη άποψη ήταν ότι το κράτος υπάρχει μόνο για να διεκδικούμε από αυτό».

– Και από την τέχνη τι έμεινε;

«Στην τέχνη τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης η Αριστερά κυριαρχούσε. Λες και έπαιρνε ακόμη τη ρεβάνς από την ήττα στον Εμφύλιο μέσω της τέχνης. Οχι σε υψηλό επίπεδο όμως. Και όχι για μεγάλο διάστημα. Οι πιο σοβαροί καλλιτέχνες αποσυνδέθηκαν από την αριστερή ιδεολογία και πέρασαν σε μια πιο υπαρξιακή έκφραση. Και οι παλαιοί ( Γκίκας, Μόραλης, Κουν, Τσαρούχης,Χατζιδάκις ) εξακολουθούσαν να δημιουργούν χωρίς να επηρεάζονται από την αριστερή ευδαιμονία και τη σιγουριά των ιδεών της. Η επίσημη πολιτεία συνεχώς απομακρυνόταν από την τέχνη. Ολοι οι πρωθυπουργοί της Μεταπολίτευσης- πλην του κ. Σημίτη – δεν πατούσαν ποτέ το πόδι τους στο θέατρο. Ούτε μία φορά στα 20 χρόνια!».

– Τα διηγήματά σας έχουν ήρωες αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Πώς διαχωρίζετε τη μαρτυρία από τη λογοτεχνία;

«Ενιωθα ότι αγαπούσα τα πραγματικά πρόσωπα όπως τους ήρωες της λογοτεχνίας που διάβαζα και θέλησα να τα μετατρέψω σε ήρωες της δικής μου λογοτεχνίας. Από ευγνωμοσύνη, για να υπάρχουν πάντα. Το ίδιο έχω νιώσει πολλές φορές και σε πετυχημένα ντοκυμαντέρ. Ενώ οι άνθρωποι είναι απτοί, αναγνωρίσιμοι, θνητοί, τους φέγγει κάποιο φως που τους κάνει αθάνατους. Αυτό νομιμοποιεί μέσα μου την αυθαιρεσία να μπλέξω τη γραφή μου με τόσο βαριά υλικά, όπως είναι οι μεγάλες καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες που γνώρισα. Αλλωστε σε ένα διήγημα αναρωτιέμαι “τι κάνει το κείμενο αυτό διήγημα και όχι ιστορική μαρτυρία;”. Νομίζω ότι κάθε συγγραφέας δεν πρέπει να λύνει εκ των προτέρων τα μεγάλα αισθητικά προβλήματα για να προχωρήσει. Καλύτερα να μην πολυξέρει ότι αυτό που επιχειρεί μπορεί και να είναι καταδικασμένο σε αποτυχία. Ακόμη και αν αυτό συμβεί, πάλι κάτι κερδίζει».

– Αναφέρεστε συχνά στην αρχαία κληρονομιά, στα μουσεία, στα αρχαία ερείπια που μας κατακλύζουν. Εχουν αυτά κάποια προέκταση στο σήμερα;

«Πρέπει να ψάξεις. Και επειδή θα βρεις ερείπια μόνο, πρέπει να φανταστείς ολόκληρο το χέρι που λείπει, τη σπασμένη μύτη, το πόδι, τα μαλλιά, το ρούχο. Σε πρόσφατο “Παρασκήνιο” ο Δημήτρης Δημητριάδης είπε πως “εδώ,στα αρχαία της αυλής του Μουσείου της Θεσσαλονίκης, πρέπει να συχνάζουν οι σύγχρονοι νέοι.Εδώ να δίνουν τα ραντεβού τους,να ξέρουν κάθε επιτύμβιο, κάθε μαρμαράκι μισοσπασμένο. Οχι για να γίνουν αρχαιολόγοι, αλλά για να καταλάβουν κάτι από τη δική τους ζωή”. Οι παλαιότερες γενιές αυτό έκαναν».

– Υπάρχει κάποια σχέση της δικής σας γενιάς με τη σημερινή;

«Δεν μπορώ να μιλήσω συνολικά για τη γενιά μου. Γνωρίζω πάντως ότι όλοι τους αναζητούν σημαντικούς νέους σκηνοθέτες και πανηγυρίζουν όταν δουν μια σπουδαία ταινία του νεότατου κινηματογράφου. Σίγουρα ανάμεσα στους νέους υπάρχουν μερικοί καλοί σκηνοθέτες. Αυτή την εποχή βέβαια ο νεότατος κινηματογράφος περνάει μια φάση πατροκτονίας της δικής μου γενιάς. Ας τη χαρούν. Προσωπικά ψάχνω νέους δημιουργούς περισσότερο στο θέατρο και στη λογοτεχνία».

– Τελικά τι σας συγκινεί περισσότερο, η λογοτεχνία ή ο κινηματογράφος;

«Ξεκίνησα κάνοντας σινεμά επηρεασμένος από τη λογοτεχνία και τώρα γράφω λογοτεχνικά κείμενα που τα έχει καθορίσει ο τρόπος αφήγησης του κινηματογράφου. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά το 2000, όταν έψαχνα χώρους στην Ανατολική Θράκη για το γύρισμα της ταινίας μου “Το μόνον της ζωής του ταξείδιον”. Ηθε λα να νιώσω τι σημαίνει να γράφεις για την παιδική σου ηλικία όπως έγραφε ο Γεώργιος Βιζυηνός. Αρχισα λοιπόν να γράφω για τη δική μου ζωή πιστεύοντας πως αυτό θα με βοηθούσε να κατανοήσω εκείνον και να κάνω πληρέστερη την ταινία μου. Ομως, σαν να μου αποκαλύφθηκε κάτι, συνέχισα να γράφω και μετά το τέλος της ταινίας. Και συνεχίζω ακόμα, δέκα χρόνια τώρα. Οταν ήρθε η ώρα της επόμενης ταινίας- του «Ταξιδιού στη Μυτιλήνη»- ο λογοτεχνικός τρόπος της πεζογραφίας και της ποίησης καθόριζε αβίαστα τη γραφή μου. Σαν να ήταν κάτι αυτονόητο. Και σαν να μην έφτανε μόνον αυτό, εισέβαλε στην ταινία μου και το θέατρο που όλο και πιο συχνά, με μεγάλο φανατισμό, παρακολουθώ. Ποιος ξέρει πού θα οδηγηθεί αυτός ο μεικτός τρόπος σύνθεσης άλλων τεχνών μέσα στο σινεμά που μου αρέσει. Σίγουρα δεν με γοητεύει σήμερα ο κινηματογράφος που επηρεάζεται μόνον από τον εαυτό του. Πιστεύω ότι οι αρχαίες τέχνες έχουν πολύ περισσότερα να του προσφέρουν».

Τι έμεινε από την κουλτούρα της Μεταπολίτευσης

Τι άφησε πίσω της η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης; Ολοι αυτοί οι άνθρωποι, οι καλλιτέχνες, οι στοχαστές που ξεπήδησαν μετά το 1974, αλλά και οι άλλοι που προϋπήρχαν μα έδωσαν το καλύτερο έργο τους εκείνα τα πρώτα χρόνια του 1970- 1980, πού βρίσκονται; Πόσο επηρέασαν τις επερχόμενες γενιές; Ποιος ακούει σήμερα το «Βρώμικο ψωμί» του Σαββόπουλου; Τι άφησε στους νέους ο Μανόλης Αναγνωστάκης; Γνωρίζουν οι νέοι την ευφορία που προξενούσαν οι επιθεωρήσεις του Ελεύθερου Θεάτρου στο Αλσος Παγκρατίου; Ποιους συγχωρούσε και γιατί ο Μάνος Χατζιδάκις; Ποιος είναι ο Πάνος Φειδάκης και ποιος ο Στέφανος Δασκαλάκης; Πόσο επηρεάστηκε εκείνη η γενιά από τον Παπαδιαμάντη, τον Χαλεπά ή τον Θόδωρο Ντόρρο; Ο γνωστός σκηνοθέτης αλλά και συγγραφέας Λάκης Παπαστάθης στη συλλογή διηγημάτων του με τον τίτλο «Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα», μέσα από προσωπικές αφηγήσεις στις οποίες πρωταγωνιστούν κυρίως καλλιτέχνες της Μεταπολίτευσης, αναζητεί απαντήσεις στο ερώτημα τι έμεινε από την κουλτούρα της Μεταπολίτευσης: ποιοι μας σημάδεψαν και ποια ζητήματα αφέθηκαν αναπάντητα για τις επόμενες γενιές. Προσπαθεί ακόμη να δει ποια είναι η σχέση μας σήμερα με τους αρχαίους τραγικούς. Εχουμε κάτι στη ζωή μας που να θυμίζει τα αρχαία ερείπιά μας; Μη φανταστείτε όμως ότι πρόκειται για θεωρητική εργασία. Ο συγγραφέας καταθέτει μαρτυρίες όντας και ο ίδιος συμμέτοχος σε ό,τι καθόρισε τον πολιτισμό της Μεταπολίτευσης.

Στο διήγημα «Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα», που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή, η ηθοποιός αναμετρείται με τον δύσκολο ρόλο της ηρωίδας στην τραγωδία του Αισχύλου «Αγαμέμνων». Κάνει προσπάθειες να πλησιάσει τον ρόλο μέσα από μελετητές, οδηγίες σκηνοθετών που έχουν ανεβάσει παλαιότερα το έργο, συζητάει με φίλους διανοούμενους, πάει στην Ελευσίνα να δει τον τόπο του Αισχύλου. Ζει σε μια παραζάλη: πώς αντιμετωπίζει κάποιος έναν αισχυλικό ήρωα αιώνες μετά; Η προσπάθεια αυτή θα την οδηγήσει να σκεφτεί την Κλυταιμνήστρα ως γυναίκα του σήμερα. Πώς θα ήταν;

Δικαιώνεται η πράξη της; Πώς την αντιμετωπίζει μια γυναίκα του 2010; Ο ρόλος είναι τελικά το όχημα για την αυτογνωσία. Σε ένα παρόμοιο αφήγημα, ερασιτέχνες ηθοποιοί αναζητώντας ηθοποιό να παίξει τον τυφλό μάντη Τειρεσία βρίσκουν τον τυφλό του χωριού. Στην αρχή αυτός ενσωματώνεται στον ρόλο, όμως η πραγματικότητα τον πετάει απ΄ έξω. Δεν μπορεί να συνεχίσει. Εδώ τη γνώση την κερδίζουν οι ερασιτέχνες ηθοποιοί.

Οι αφηγήσεις του Λάκη Παπαστάθη είναι γεμάτες από αναγνωρίσιμα πρόσωπα, πολλά από τα οποία δεν ζουν πια: ο Μανόλης Αναγνωστάκης, στελέχη του Ελεύθερου Θεάτρου- ο Μίμης Χρυσομάλλης, ο Γιώργος Σαμπάνης, ο Νίκος Σκυλοδήμος – αλλά και κριτικοί λογοτεχνίας ( Σπύρος Τσακνιάς, Αλέκος Αργυρίου ), ο σκηνοθέτης Αλέξης Δαμιανός, ζωγράφοι όπως ο Πάνος Φειδάκης, κ.ά. Οι πράξεις τους σηματοδοτούν ένα καλλιτεχνικό ήθος, μια φευγαλέα αναλαμπή σε ένα τοπίο που έμοιαζε από τότε να θαμπώνει.

Μέσα από τις αφηγήσεις του Λάκη Παπαστάθη αναδεικνύονται οι άνθρωποι,αλλά και οι χώροι όπου συνέβαιναν καλλιτεχνικά γεγονότα ή σύχναζαν δημιουργοί.Το «Κύτταρο», στο οποίο τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος και η Σωτηρία Μπέλλου, το καφενεδάκι δίπλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο,αλλά και ο Μαγικός (Μαγεμένος) Αυλός,το ιστορικό ζαχαροπλαστείο της πλατείας Προσκόπων,στέκι του Μάνου Χατζιδάκι,το θέατρο Εμπρός κ.ά.

Οι αφηγήσεις του Παπαστάθη είναι μια κατάβαση σε έναν πολιτισμό που είχε πολλά οράματα, μοναδικές καλλιτεχνικές προσωπικότητες, αλλά και αποσιωπήσεις, αποτυχίες και απογοητεύσεις. Το απόσταγμα όλων αυτών το προσλαμβάνει ο αναγνώστης αφού έχει κλείσει το βιβλίο.

συνεντευξη στον ΓΙΑΝΝΗ Ν.ΜΠΑΣΚΟΖΟ